ΒΑΣΙΛΗΣ Γ. ΠΛΟΥΜΠΙΔΗΣ, 1941-2012

ΒΑΣΙΛΗΣ Γ. ΠΛΟΥΜΠΙΔΗΣ (1941–2012)

Αν το να γράψει κανείς τη βιογραφία ενός ανθρώπου είναι «τόσο απλό» όσο το να καταπιαστεί με «δυο ημερομηνίες –της γέννησης και του θανάτου του», όπως λέει κάπου ο Pes­soa, βιογραφώντας τον Βασίλη Πλουμπίδη τίποτα δεν είναι τόσο απλό. Γεννήθηκε στο χωριό Ράφτη της Αρκαδίας αλλά δεν ξέρουμε –δεν γνώριζε και ο ίδιος– πότε  ακριβώς. Ο τραγικός θάνατος της μητέρας του Ευρυδίκης, μέσα στις άγριες συνθήκες του εμφυλίου, το 1948, λες και έσβησε την ημερομηνία από όλων τη μνήμη. Μου έλεγε ότι μια θεία του  θυμόταν ότι ήρθε στη ζωή μια μέρα βαρυχειμωνιάς, ανάμεσα στο Δεκέμβρη του 1940 και στον Φλεβάρη του 1941. Σε αυτό λοιπόν το χρονικό διάστημα γεννήθηκε ο Βασίλης, τέταρτος στη σειρά. Είχαν προηγηθεί τα αδέλφια του Δημήτρης(1935), Αλέκος(1936), Αγγελική(1939), και ακολούθησε μετά από αυτόν ο Χρήστος(1944). Πέντε λοιπόν παιδιά έφερε στον κόσμο, την ταραγμένη δεκαετία 1935–1944, το ζεύγος της Ευρυδίκης (το γένος Μιχαλοπούλου) και του Γεωργίου Δημητρίου Πλουμπίδη.

Οι κατατρεγμοί και οι πολιτικές διώξεις στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια επέφεραν πολλαπλά πλήγματα στην οικογένεια Πλουμπίδη, με αποκορύφωμα τη σύλληψη και την εξορία στην Ικαρία του πατέρα τους Γιώργου, ταμειακού υπαλλήλου που είχε πιαστεί αιχμάλωτος στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Στου Ράφτη, όπου ζούσαν τα παιδιά, έμαθαν στις 26 Οκτωβρίου 1948 για τον θάνατό της μητέρας τους στη Δημητσάνα, όπου είχε αποσπασθεί και υπηρετούσε ως δασκάλα. Από του Ράφτη μετακινήθηκαν άρον άρον στη Βολάντζα, τη σημερινή Αλφειούσα, γενέτειρα της μητέρας τους. Από εκεί, δυο χρόνια μετά, μαζί με τον πατέρα τους που γύρισε από την εξορία, τα παιδιά μετακόμισαν στα Λαγκάδια. Στα σχολεία –δημοτικό και γυμνάσιο– της ιστορικής πόλης της Γορτυνίας, μαθήτευσε αριστεύοντας ο Βασίλης Πλουμπίδης μέχρι την Τετάρτη Γυμνασίου. Τις δυο τελευταίες τάξεις τις πέρασε στην Αθήνα, στον απόηχο της εκτέλεσης του αδελφού του πατέρα του Νίκου Πλουμπίδη, στις 14 Αυγούστου 1954. Μιας διπλής εκτέλεσης, τη φυσική από το στρατοδικείο της μετεμφυλιακής μισαλλοδοξίας και την ηθική από το κομματικό ιερατείο του Ζαχαριάδη.

Στις εισαγωγικές εξετάσεις του 1959, πέτυχε να εισαχθεί μεταξύ των πρώτων, με υποτροφία, στην Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών. Στο προαύλιο της Σχολής τον γνώρισα ανάμεσα στο δεύτερο και στο τρίτο έτος των σπουδών μας, εκεί γύρω στο 1961. Υπήρξε μεταξύ μας κεραυνοβόλος φιλία διαρκείας, ταιριάξαμε από την πρώτη στιγμή, συνδεθήκαμε στενά και πορευτήκαμε  στη συνέχεια μαζί. Άρχισε μια κοινή πορεία που κράτησε πάνω από πενήντα χρόνια. Οι πρώτες συζητήσεις μας έχουν χαραχτεί στη μνήμη μου. Συγκράτησα   περισσότερο την ενθουσιώδη διάθεση και τη ρητορική του δεινότητα, καθώς και τις κινήσεις του σώματος και των χεριών του. Όλες μαζί οι αντιδράσεις του εκδήλωναν ένα δυναμικό εκφραστικό ταμπεραμέντο. Μου έκανε όμως εντύπωση, από την πρώτη κιόλας στιγμή, μια διάχυτη μελαγχολία, κάτι το απροσδιόριστα απαισιόδοξο που υπέκρυπτε η συμπεριφορά του, μια άγνωστη μέχρι τότε σε μένα,  στα είκοσί μου χρόνια, αίσθηση ματαιότητας. Σχημάτισα τη γνώμη, που διατήρησα έκτοτε, ότι ο Βασίλης Πλουμπίδης χρησιμοποιούσε τον ενθουσιώδη λόγο περισσότερο για να κρύβει παρά για να εκφράζει τις βαθύτερες μελαγχολικές του σκέψεις. Μιλούσε με άνεση και γοητευτικό τρόπο για θέματα συνήθως ευρύτερου κοινωνικού ενδιαφέροντος, εντυπωσιάζοντας με τις εγκυκλοπαιδικές του γνώσεις και την εκπληκτική μνήμη του. Σπανίως όμως, σχεδόν ποτέ, δεν εκφραζόταν εξομολογητικά για τα  προσωπικά του ζητήματα, ενώ απουσίαζαν πάντα από τις αφηγήσεις του, τις τόσο παραστατικές, οι αναφορές στα παιδικά του χρόνια. Γι’ αυτό και  τις παραπάνω βιογραφικές πληροφορίες δεν τις είχα από τον ίδιο, αλλά από συγγενείς και φίλους του, πολλές μάλιστα μόλις τώρα έφτασαν σ’ εμένα απ’ αφορμή τον θάνατό του.

Στη φοίτησή του στη Γεωπονική, μπορεί να μην ήταν υποδειγματικός στην  παρακολούθηση των μαθημάτων, αρίστευε όμως σε όσα τον ενδιέφεραν, είχε την εκτίμηση των καθηγητών και την αγάπη των συναδέλφων του. Εξάλλου, η συμμετοχή του στο χώρο της Αριστεράς, και εν προκειμένω στη Νεολαία Λαμπράκη, έμεινε στη μνήμη των συντρόφων του ως μια πολύτιμη ανιδιοτελής προσφορά. Ο Βασίλης Πλουμπίδης δεν εξαντλούσε τη δραστηριότητά του στο χώρο της Σχολής. Μέρος της καθημερινότητάς του ήταν το πέρασμα από το λαϊκό καφενείο της οδού Σπύρου Πάτση. Τα περισσότερα βράδια σύχναζε στη Λέσχη του Συλλόγου Κρητών Σπουδαστών, στη Γενναδίου, και είχε τόσο ενσωματωθεί στη συντροφιά που όλοι τον θεωρούσαν συμπατριώτη τους.

Τα πρώτα βήματα στο γεωπονικό επάγγελμα τα έκανε δουλεύοντας στον ΟΓΑ και για λίγους μήνες  στο γεωργικό κατάστημα των I.Καραμπάτσου-Σ.Παπανικολάου στον Πύργο, όπου και ενημερώθηκε για τα φυτοφάρμακα με τα οποία   έμελλε να ασχοληθεί βιοποριστικά στην υπόλοιπη ζωή του. Μετά την απόλυσή μου από το στρατό, ιδρύσαμε το 1971  από κοινού την «Φυτοφάρ Ο.Ε.», με αντικείμενο την εμπορία φυτοφαρμάκων. Η «Φυτοφαρ», στην Αναξαγόρα 16, δεν ήταν μια συνήθης εμπορική επιχείρηση,  αλλά με τον καιρό μετατράπηκε σ’ ένα φιλολογικό και πολιτικό στέκι στο κέντρο της Αθήνας. Πέρασε πολύς κόσμος στα τριάντα επτά χρόνια της λειτουργίας της, διασταυρώθηκαν ιδέες και έγιναν πράγματα στο στενό της χώρο. Η επιχείρηση στην αρχή αντιμετώπισε πολλές οικονομικές δυσκολίες και μόλις το 1982 κατάφερε να σταθεί στα πόδια της και να κινηθεί ικανοποιητικά τα επόμενα χρόνια. Οι δυσκολίες δεν θα ήταν εύκολο να αντιμετωπιστούν χωρίς την γενναιόδωρη συμπαράσταση συγγενών και φίλων του Βασίλη Πλουμπίδη.

Τα προβλήματα του κλάδου και η εμπειρία στο χώρο τον ώθησαν, τη δεκαετία του 1980, να ασχοληθεί με τον γεωπονικό συνδικαλισμό. Διετέλεσε τότε πρόεδρος του Συλλόγου Γεωπόνων Αττικής και με αυτή του την ιδιότητα ταξίδεψε στη Μόσχα. Η πολιτική του ένταξη στο ΚΚΕ υπήρξε ένα σημαντικό κεφάλαιο στη ζωή του. Ποτέ δεν κράτησε αποστάσεις, ήταν πάντα πιστός  και υπερασπιστής των θέσεων του ιστορικού κόμματος. Συνήθιζε να διαβεβαιώνει τους συνομιλητές του ότι «θα παραμείνει στις γραμμές του ΚΚΕ έστω κι αν έχει απομείνει ο τελευταίος».

Εκτός του πολιτικού ο Βασίλης Πλουμπίδης είχε δύο ισχυρούς δεσμούς που τον στήριζαν και τον ενέπνεαν: την οικογένειά του και τα Λαγκάδια.  Τη γυναίκα του και φύλακα άγγελο της ζωής του Δέσποινα και τα δυο παιδιά τους Ευρυδίκη και Γιώργο, που τον έκαναν να αισθάνεται υπερήφανος. Τα τέσσερα αγαπημένα του  αδέλφια: Δημήτρη, Αλέκο, Αγγελική και Χρήστο. Δεν θέλω να ξεχάσω να βάλω στο στενό πυρήνα τους δύο εξαδέλφους του γιατρούς που στάθηκαν, εκτός των άλλων, ακούραστοι αρωγοί στα πολυετή προβλήματα της κλονισμένης του υγείας: τον Χαράλαμπο Τούντα και τον  Δημήτρη Νικ. Πλουμπίδη.

Στο παρελθόν ένοιωσα την ανάγκη να γράψω δυο λόγια για αγαπημένους φίλους που έφυγαν. Η συμπύκνωση της ενθύμησης με τις κορυφαίες μόνον στιγμές, κάπως με ανακούφιζε, γιατί το πένθος δεν απλωνόταν μέσα μου.  Το  βάρος όμως της συγκίνησης που ένοιωσα βιογραφώντας πιο αναλυτικά τον Βασίλη Πλουμπίδη, αμέσως μετά τον θάνατό του, συνεχώς διέλυε τους συλλογισμούς μου και δεν μπορούσα να βρω μια σειρά για να απαριθμήσω πρόσωπα και γεγονότα. Έχω την αίσθηση ότι τίποτα σχεδόν  από όσα έζησα στα πενήντα ένα χρόνια φιλίας και συνεργασίας μαζί του δεν                         πέρασε στο χαρτί. Του χρωστώ πολύ περισσότερα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΕΒΕΛΑΚΗΣ