ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΟΝΗ ΜΙΣΣΙΟ

ΨΗΦΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΜΙΑΝ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΟΝΗ ΜΙΣΣΙΟ

Τα μέλη του Διοικητικού Συμβούλιου της Εταιρείας Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας (ΕΜΙΑΝ) εκφράζει την άφατη λύπη για το θάνατο του αγαπημένου φίλου και συντρόφου Χρόνη Μίσσιου.

Παιδί οικογένειας καπνεργατών, ο Χρόνης γεννήθηκε στην Καβάλα το 1930 και υπήρξε κορυφαία ηγετική προσωπικότητα του ελληνικού εργατικού κινήματος. Αναλώθηκε στον αγώνα για την προκοπή του λαού και του τόπου και μέσα απ’ όλες τις νεολαιίστικες οργανώσεις της Αριστεράς αναδείχθηκε άξιος ηγέτης της ελληνικής αριστερής νεολαίας και της ευρύτερης δημοκρατικής παράταξης. Με αστείρευτες ψυχικές δυνάμεις, όπως όλοι οι πρωτομάστορες των μεγάλων ανατρεπτικών κινημάτων, γνώρισε την πείνα και τη στέρηση, τα άγρια βασανιστήρια και την απειλή του εκτελεστικού αποσπάσματος, ενώ στα εικοσιπέντε χρόνια της ζωής του, που πέρασε στις φυλακές και τις εξορίες, κατάκτησε, μόνος του, πεισματικά, τη σπάνια καλλιέργεια και μόρφωση που τον χαρακτήριζαν. Και όταν ήρθαν και πάλι δύσκολοι καιροί, ο Χρόνης έδωσε το αγωνιστικό «παρών» για να γυρίσει ο τροχός του ήλιου της ελευθερίας και να συντριβεί το χουντικό καθεστώς.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, δυνατός και κατασταλαγμένος αγωνιστής, συνέχισε να προσφέρει πάντα πολλαπλά με το συγγραφικό έργο, να ανοίγει νέους δρόμους στην αναζήτηση της εσωτερικής ατομικής απελευθέρωσης και της συμφιλίωσης του ανθρώπου με τη φύση.

Σφίγγουμε το χέρι της Ρηνιώς, της αγαπημένης του συντρόφου στη ζωή και στον αγώνα, του πάντα νέου και ακατάβλητου Στέφανου και της Κατερίνας, που τόσο αγάπησε ο Χρόνης.

Για μας ο Χρόνης θα ζει πάντα κοντά μας.

Αθήνα, 20 Νοεμβρίου 2012

Το Δ.Σ. της ΕΜΙΑΝ

Παρακάτω παραθέτουμε αναλυτικό βιογραφικό του Χρόνη Μίσσιου, που έχει αποσπασθεί αυτούσιο από την εργασία της Ιωάννας Παπαθανασίου και των συνεργατών της Η Νεολαία Λαμπράκη στη δεκαετία του 1960…, ΙΑΕΝ-ΙΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2008, σ. 455–458.

Χρόνης Μίσσιος (1930–2012)

Μέλος του Προεδρείου του Κεντρικού Συμβουλίου [της ΔΝΛ] και της Γραμματείας του από το φθινόπωρο του 1965.

Γεννήθηκε στην Καβάλα το 1930. Έζησε στην Καβάλα και στη Θεσσαλονίκη και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα από το φθινόπωρο του 1965. Εργάστηκε ως εργάτης και ιδιωτικός υπάλληλος και έγινε ευρύτερα γνωστός με το συγγραφικό του έργο. Είναι παντρεμένος με την Ειρήνη Παπατσαρούχα. Σήμερα κατοικεί στο Καπανδρίτι.

Παρακολούθησε το σχολείο μέχρι τη Δευτέρα τάξη δημοτικού.

Πατέρας του ήταν ο Αναστάσιος Μίσσιος, πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, εγκατεστημένος στην Καβάλα, όπου εργαζόταν ως καπνεργάτης. Πέθανε το 1930.

Μητέρα του ήταν η Αναστασία, 1905–1963, το γένος Ψευτούδη, με καταγωγή από τη Λήμνο. Γεννήθηκε στην Αίγυπτο και, στα νεανικά της χρόνια, μετανάστευσε στην Καβάλα, όπου εργάστηκε ως καπνεργάτρια. Το 1930, όταν πέθανε ο άντρας της, περίμενε το τρίτο της παιδί, τον Χρόνη.

Η οικογένεια μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη από τις αρχές της Κατοχής και το σπίτι τους, στην οδό Διαλέτη, λειτουργεί σαν «γιάφκα» του υπό ανασυγκρότηση κομμουνιστικού κινήματος. Το 1942, ο πατριός του Θεολόγος Σαπουντζάκης από το Διδυμότειχο, καπνεργάτης και «στρατευμένος κομμουνιστής», απέδρασε από το «στρατόπεδο Παύλου Μελά» και εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ στο Βέρμιο, ενώ ο Χρόνης μεταφέρθηκε από τον Ερυθρό Σταυρό, μαζί με άλλα παιδιά, στα χωριά των Γιαννιτσών, για να μη πεθάνει από την πείνα. Στην ανάδοχη οικογένεια, ανέλαβε το καθήκον να φυλάει πρόβατα και, το 1944, μετά από ένα μπλόκο των Γερμανών, βρέθηκε στο βουνό, σύνδεσμος του 16ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ.

Στην πόλη της Βέροιας υπό τη φροντίδα του ΚΚΕ, μετά την Απελευθέρωση και την «Εαμοκρατία», προσποιούμενος τον αγωγιάτη, λειτουργεί ως σύνδεσμος μεταξύ των ομάδων καταδιωκομένων και της τοπικής οργάνωσης. «Το 1946, θυμάται, όταν έσφιξαν τα πράγματα, πούλησα το κάρο και το άλογο που μου είχαν δώσει και γύρισα στην μάνα μου στη Θεσσαλονίκη». Εκεί εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ, στην αρχή ως γραμματέας τοπικού τομέα στη φάση της νομιμότητας και στη συνέχεια σε μια δυναμική επονίτικη ομάδα ενόπλων. Συνελήφθησαν το 1948, 18 άτομα –«ο μεγαλύτερος 29 ετών, ο μικρότερος εγώ, 17»−και καταδικάστηκαν, οι περισσότεροι σε θάνατο, από έκτακτο στρατοδικείο. «Ευτυχώς δεν εκτελέστηκε κανείς, λέει, αλλά περάσαμε κάποιους μήνες στα μπουντρούμια». Ακολούθησε η μεταφορά του στις Φυλακές Ανηλίκων στη Βίδο –«το μικρό Μακρονήσι»−, στο τρελοκομείο όπου βρέθηκε μετά από τα βασανιστήρια και στη συνέχεια η περιπλάνηση του σε διάφορες φυλακές. Αποφυλακίστηκε το 1953 από την Κέρκυρα, «τη μοναδική οργανωμένη Φυλακή Ανηλίκων», όπως θυμάται.

Μετά την αποφυλάκισή του, υπηρέτησε για 36 μήνες τη στρατιωτική του θητεία στη Μακρόνησο στο Γ’ΕΤΟ και, μετά την απόλυσή του, εξορίστηκε στον Αϊ-Στράτη όπου παρέμεινε μέχρι τον Ιούνιο του 1962, λίγο πριν κλείσει το στρατόπεδο. «Παρά λίγο να πάρω μαζί μου και τα κλειδιά», λέει σαρκαστικά.

Εγκαθίσταται ξανά στη Θεσσαλονίκη το 1962 και, ως επαγγελματικό στέλεχος, αναλαμβάνει τη θέση του γραμματέα της Ν. ΕΔΑ στην πόλη, διαδεχόμενος τον Τάκη Παπαλέξη. Παράλληλα καθοδηγεί τη Σπουδάζουσα στη Θεσσαλονίκη. «Χωρίς να απομακρυνόμαστε από τα όρια της σεμνότητας, ως κομμουνιστές ήμασταν και παντογνώστες» λέει απαντώντας στο ερώτημα που του τίθεται για τα προβλήματα που μπορεί να αντιμετώπιζε στο χώρο της Σπουδάζουσας και διευκρινίζει: «Οι αγώνες του 1–1-4 και του 15% για την παιδεία ήταν ωραίοι αγώνες του φοιτητικού κινήματος, όπως και η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας. Υπήρχε σύμπνοια. Από το 1964, όταν αρχίσανε τα εσωτερικά ζητήματα με τη συγχώνευση, ήμουν κι εγώ εναντίον. Ήθελα καθαρές ιδεολογικά αριστερές οργανώσεις».

Τη διαφωνία του ως προς τη συγχώνευση της Ν. ΕΔΑ με την ΔΚΝΓΛ, κατέθεσε στο ΚΣ της οργάνωσης. «Είχα μια δογματική αντίληψη. Πίστευα ότι το μαζικό κίνημα, ο έξω χώρος, έπρεπε να υπάρχει μόνο προς χρήση. Όταν κατάλαβα ότι αυτή η δυναμική έπρεπε να απορροφηθεί κομματικά, πείστηκα. Ανέλαβα μάλιστα, από το φθινόπωρο του 1964, την ευθύνη της διεξαγωγής των προσυνεδριακών συνελεύσεων στις οργανώσεις της Μακεδονίας».

Συμμετείχε, ως αντιπρόσωπος Θεσσαλονίκης, στο Ιδρυτικό Συνέδριο της ΔΝΛ τον Μάρτιο του 1965 και εξελέγη μέλος του Κ.Σ. και του Προεδρείου του. Επέστρεψε στην πόλη ως γραμματέας της ΔΝΛ και παρέμεινε στη θέση αυτή, μέχρι το φθινόπωρο του 1965. «Πέρασα έτσι, εκεί την εποποιία των Ιουλιανών που κράτησαν τον κόσμο 70 μέρες στους δρόμους».

Εγκαθίσταται στην Αθήνα από τα τέλη του 1965 και, μετά τη στράτευση του Γ. Χριστοφιλόπουλο, αναλαμβάνει το Οργανωτικό Γραφείο της ΔΝΛ και γίνεται μέλος της Γραμματείας του Προεδρείου. Τη θέση αυτή κράτησε μέχρι τη δικτατορία. «Άρχισα να παρακολουθώ όλες τις οργανώσεις όταν η τρομοκρατία βρισκόταν και πάλι σε παροξυσμό. Αυτό ήταν το ζήτημα και όχι η κάμψη της οργάνωσης. Η ΔΝΛ άντεχε την επίθεση που ήταν, από ο 1965, ολομέτωπη». Συνεχίζοντας το συλλογισμό του τονίζει: «Το πρόβλημα ήταν ότι το ΚΚΕ συνέκλινε με την αντίδραση γιατί φοβόντουσαν τη ΔΝΛ». Αναφέρεται στη συνάντησή του με τον Γρ. Φαράκο, στη Μόσχα, το 1964, και επιμένει «γι’ αυτούς το άπαν ήταν η νομιμοποίηση, de jure και de facto. Άκου τι με ρώτησε ‘αν χειροκροτούν οι Λαμπράκηδες στο άκουσμα του ονόματος του κόμματος και της ηγεσίας του’».

Στην ερώτηση αν αποτέλεσε ο ίδιος «κομματικό στήριγμα του ΚΚΕ στη ΔΝΛ, αντιδρά. «Εγώ ένα πράγμα ήξερα: Είμαι ο Χρόνης Μίσσιος, αυτός είναι ο αντίπαλος και αυτή είναι η γραμμή». «Η ΔΝΛ δεν ήταν κομμουνιστική οργάνωση. Ήταν χαλαρά αριστερή. Και εκεί ήταν η επιτυχία. Ήταν η μόνη φορά που εφαρμόστηκε η αντίληψη των κομμουνιστικών για επαφή με το λαό σε ένα μαζικό και δυναμικό κίνημα».

Δηλώνει ότι ήταν απολύτως θετικός στις κοινωνικές και εξωραϊστικές δραστηριότητες της ΔΝΛ. «Πηγαίνουν οι Λαμπράκηδες στα χωριά και βοηθούσαν στις χήρες της Αντίστασης και του εμφυλίου, στα χωράφια… Καθάριζαν τις πλατείες στα χωριά… Πρόδρομη οικολογική συνείδηση; Ασφαλώς όχι. Στήναν βιβλιοθήκες. Έτσι διαμορφώνεται η συνείδηση των ανθρώπων για το διπλανό τους, η προσφορά και η κοινωνική αλληλεγγύη. Πως διαμορφώνεται, με το να κολλάς αφίσες;» «Έτσι σπάσαμε και την τρομοκρατία, κρατική και παρακρατική, συνεχίζει. Ξεθάρρεψε ο κόσμος της Αριστεράς. Γυρνάει πίσω αυτό το ποτάμι;»

Η μνήμη του συγκρατεί την επίσκεψη σ’ ένα χωριό στην Κατερίνη, με τον Θόδωρο Καζέλη και τον Γιάννη Γρηγοριάδη. «Το χωριό ήταν μεικτό, αριστεροί και τραμπούκοι. Το καφενείο φίσκα, στα πρώτα καθίσματα κάτι γέροι και 50 παιδιά όρθια γύρω-γυρω. Οι ασφαλίτες απέξω βολτάριζαν. Σηκώνομαι και μιλάω για τη νεολαία, το μέλλον, για την πατρίδα –μιλάγαμε τότε για την πατρίδα για πρώτη φορά μετά το ΕΑΜ. Τελειώνω. Σηκώνεται κάποιος από το βάθος, σωματώδης. Τα παιδιά τον γνώριζαν. Κάνουν κύκλο για να με προστατέψουν. ‘Κάντε πέρα’ τους λέει. Με πλησίασε. ‘Είμαι δεξιός, λέει, αλλά αν αυτή τη νεολαία θέλετε να φτιάξετε, πάρτε και το παιδί μου’».

Δηλώνει ότι έβλεπε με αντιπαλότητα τα άλλα ρεύματα της Αριστεράς. Καταθέτει, επίσης, ότι, πλην των αρχικών διαφωνιών για τη συγχώνευση, δεν είχε άλλες διαφωνίες με τα άλλα μέλη της ηγεσίας της ΔΝΛ και στην παρατήρηση ότι άνηκε και ο ίδιος στο μηχανισμό εξουσίας απαντά με υπεκφυγή. «Είμαι στο κύμα και κολυμπάω. Στη Θεσσαλονίκη έχω 4–5 χαφιέδες από πίσω μου. Σταματούν όποιον βλέπουν να μου λέει καλημέρα. Μπαίνουν στα μαγαζιά που πηγαίνω. Βεβαίως στην Αθήνα, η παρακολούθηση ήταν πιο διακριτική. Μας κάναν όμως άλλα».

Στη δικτατορία, πέρασε στην παρανομία και ανήκει στην ομάδα των στελεχών της Νεολαίας που συγκρότησαν, με τον Μίκη Θεοδωράκη , το ΠΑΜ. Συνελήφθη τον Νοέμβριο του 1967. Καταδικάστηκε από στρατοδικείο σε 18 χρόνια φυλάκιση και περιπλανήθηκε ξανά στις φυλακές Αβέρωφ, Κορυδαλλού και Κέρκυρας. Αποφυλακίστηκε τον Αύγουστο του 1973.

Στη  φυλακή ενημερώθηκε για τη διάσπαση του ΚΚΕ. «Έμεινα αμέτοχος γιατί γνώριζα το παράδειγμα του 1956–59 στον Αϊ-Στράτη. Αποτέλεσμα: να καθυβρίζομαι και από τους δύο! Όταν βγήκα από τη φυλακή είχα πάψει να είμαι μεταλλαγμένος, τονίζει. Προσπαθώ να γίνω αλλιώς. Πιστεύω ότι τα κόμματα έχουν χρεοκοπήσει και αναρωτιέμαι τι σχέση έχει αυτό το καταπληκτικό όνειρο με κάποια ειδικά καθαρματάκια…».

Στη μεταπολίτευση, συμμετείχε στην «Κίνηση των 400», στο ΚΚΕ Εσωτερικού και στην ΕΑΡ. Παράλληλα δραστηριοποιείται στη Διεθνή Αμνηστία.