ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΦΙΛΟ ΜΠΑΜΠΗ ΓΕΩΡΓΑΝΤΙΔΗ

Μπάμπης Γεωργαντίδης

Λίγα λόγια

για τον χαμένο φίλο Μπάμπη Γεωργαντίδη 

Είναι τραγικό, μέσα σε ένα μόλις χρόνο, Μάρτιος του 2012-Απρίλιος του 2013, να χάνεις δύο από τα πιο αγαπημένα σου πρόσωπα.

Και μάλιστα ξαφνικά, χωρίς να το περιμένεις.

Δύο  ανθρώπους που σημάδεψαν όλη σου τη ζωή.

Ο προσωπικός πόνος περισσεύει. Όμως σε αυτούς τους άθλιους καιρούς που ζούμε, τέτοιες απώλειες γίνονται ιδιαίτερα αισθητές. Όχι μόνο προσωπικά αλλά για όλους μας. Σήμερα  αυτούς τους δύο ανθρώπους τους χρειαζόμαστε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ήταν πολύ διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον. Είχαν όμως και πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Ήταν σημεία αναφοράς για πολλά πράγματα. Για ήθος, για αρχές, για σεμνότητα, για ευγένεια, για χαμόγελο, για διαλλακτικότητα, για ανιδιοτέλεια, για ξεχασμένες αξίες. Ο καθένας μέσα από τη δική του ζωή, όχι, στα λόγια. Ήταν άδικο. Και δεν πρέπει να ξεχάσουμε το παράδειγμά τους.

Ξαφνικά, τώρα, μέσα στη νύχτα που γράφω αυτές τις γραμμές, εμφανίστηκε μπροστά μου και ένα άλλο πρόσωπο με σπάνιες ιδιότητες, πρόσφατα χαμένο. Ένας άλλος Μπάμπης.

Ο Μπάμπης ο Λυκούδης, που όλοι έχουμε ξεχάσει.


Ανήσυχος αγωνιστής

Ο Μπάμπης ο Γεωργαντίδης, όσο και αν φαίνεται παράξενο για αυτούς που τον γνώρισαν μετά τη μεταπολίτευση, ξεκίνησε το 1960 σαν φοιτητής στο χημικό τμήμα του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης.

Μάλιστα ο Μανώλης Μυλωνάκης μάς θύμισε ένα άρθρο του σε κάποιο τεύχος της Πανσπουδαστικής με τίτλο «Η εξέλιξη των ιδεών στη χημεία», που φαίνεται ότι είχε κάνει εντύπωση εκείνη την εποχή, στις αρχές του ’60. Όμως η χημεία δεν τον συγκινεί. Δεν ήταν η χημεία που ήθελε να σπουδάσει ο Μπάμπης. Από τότε τον απασχολούσαν άλλα πράγματα. Το 1963 παρατάει τη χημεία και τη Θεσσαλονίκη και κατεβαίνει Αθήνα. Είναι βιβλιοφάγος, γλωσσομαθής, ευρύ και ελεύθερο πνεύμα, με πάθος για τη γνώση. Θέλει να φύγει για το εξωτερικό. Να ασχοληθεί και να σπουδάσει άλλα πράγματα.

Είναι εικοσιενός χρόνων.

Τα χρόνια αυτά και στη συνέχεια, η Αθήνα βράζει: 114, 15%, καθημερινές διαδηλώσεις, ΕΦΕΕ, συζητήσεις, Πανσπουδαστική, «Θεμέλιο». Συμμετέχει ενεργά και ασχολείται με όλα αυτά. Θητεύει και αυτός, όπως και πολλοί από μας, στη μεγάλη σχολή του «Θεμέλιου» και το δάσκαλο της εποχής, τον Μίμη Δεσποτίδη. Τον Πέτρο της ΕΠΟΝ, για όσους ξέρουν και θυμούνται. Γιατί πολλοί τον έχουν ξεχάσει.

Σεμνός άνθρωπος

Για κάθε «νέο, εργαζόμενο, διανοούμενο», όπως χαρακτήριζε τους φοιτητές το καταστατικό της τότε ΕΦΕΕ, κυρίως για κάθε νέο διανοούμενο ήταν σχεδόν «υποχρεωτική» η θητεία στο «Θεμέλιο» και στον Μίμη. Του Μίμη, που δεν έγραψε σχεδόν ποτέ αλλά όποια πέτρα και αν σήκωνες για θέματα παιδείας, λογοτεχνίας, φιλοσοφίας, τέχνης θα τον έβρισκες. Ήταν κάτι που ταίριαζε πολύ στον Μπάμπη. Έγινε «θαμώνας» του «Θεμέλιου», συνομιλητής, θαυμαστής και φίλος του Δεσποτίδη. Μια φιλία που κράτησε μια ζωή στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Όταν πέθανε, τόσο άδικα, ο Μίμης, η φιλία έγινε νοσταλγία, μόνιμη ανάμνηση, στοχασμός.

Εκεί, στο «Θεμέλιο» γνώρισα το 1964 τον Μπάμπη.

Μόλις είχε απολυθεί από το στρατό. Ταιριάξαμε. Μετά την κήρυξη της δικτατορίας, τον Ιούλιο του 1967 αν θυμάμαι καλά, εξασφαλίζει κάποιες οικονομικές προϋποθέσεις και φεύγει για την Ελβετία. Σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο της Λωζάνης πολιτικές επιστήμες, όπως ήταν η επιθυμία του, και παίρνει το πτυχίο του.

Στη διάρκεια των σπουδών του τον απασχολούν κυρίως τρία θέματα:

Οι σπουδές του, το διάβασμα των βιβλίων του και η αντιδικτατορική του δραστηριότητα. Για αυτή την τελευταία δραστηριότητα δεν μίλησε ποτέ, ούτε άφησε κανέναν άλλον να το κάνει. Αυτή η ιδιόμορφη και «αρρωστημένη» σεμνότητα κυριάρχησε και σκέπασε όλη του τη ζωή.

Σε παρένθεση, θα αναφερθώ σε ένα μόνο περιστατικό, χαρακτηριστικό –κάνοντας μια χρονική παρέμβαση− που δικαιολογεί τους χαρακτηρισμούς μου. Τον Οκτώβριο του 1977 εκδίδεται στην Αθήνα ένα βιβλίο σχετικό με τα εκλογικά αποτελέσματα της περιόδου 1961–1974. Ήταν μια πρωτότυπη δουλειά για την εποχή εκείνη, με πάρα πολλά στοιχεία. Ξεχασμένο σήμερα.

Το αναζητώ στη βιβλιοθήκη μου και διαβάζω στο εξώφυλλο: τίτλος Έλαβον. Πλήρη εκλογικά αποτελέσματα και βουλευτές κατά περιφέρεια. Οδηγός εκλογών από το 1961. Ένα κεντρικό σχέδιο με τη Βουλή σαν κάλπη και από κάτω «Εκδόσεις Βέργος».

Συγγραφέας: κανένας.

Γυρνάω στο οπισθόφυλλο και διαβάζω μισή σελίδα που έγραφε το περιεχόμενο του βιβλίου και στο τέλος, με μικρά γράμματα «Συλλογή, επεξεργασία και παρουσίαση στοιχείων: Χ. Γεωργίου και Ηλ. Καράς».

Στην κηδεία του Μπάμπη, ρωτάω τον Ηλία Νικολακόπουλο, που τον αποχαιρέτισε με αγάπη και συγκίνηση: «Γιατί δεν βάλατε τα ονόματά σας;», «Εκείνη την εποχή είμαστε πολύ σεμνοί» μου απάντησε. Ο Μπάμπης δεν ήθελε κι εγώ ξεκίνησα να γράφω με αυτό το ψευδώνυμο. Κρατάω με συγκίνηση το σπάνιο αυτό ντοκουμέντο, που το κοσμεί και η αφιέρωσή του: «Στην Ξανθίππη και το Νίκο 6.10.77». Υπογραφή.

Κλείνω την παρένθεση.

Με τη διάσπαση του 1968, ο Μπάμπης αμέσως και χωρίς κανέναν ενδοιασμό, τάσσεται με την πλευρά του μετέπειτα ΚΚΕ Εσωτερικού.

Με τη μεταπολίτευση, ο Μπάμπης επιστρέφει στην Αθήνα, εντάσσεται και δραστηριοποιείται στο ΚΚΕ Εσωτερικού και εργάζεται στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, μέχρι που συνταξιοδοτείται από εκεί. Αρχίζει μια νέα περίοδος στη ζωή του. Για αυτά τα χρόνια στο ΕΚΚΕ, ας γράψουν οι συνάδελφοί του, στη δουλειά και στην ειδικότητα.

Με τον Μπάμπη ζήσαμε 50 χρόνια μαζί. Μας πάντρεψε στη Ρώμη. Βάφτισε τον Βασίλη. Τον παντρέψαμε στην Αθήνα. Γίναμε συγγενείς. Η Λία πρώτη ξαδέρφη της Ξανθίππης. Με τη Λία Καμπάνη παντρεύτηκαν τον Δεκέμβριο του 1981. Ο γιός του Νίκος γεννήθηκε το 1982. Το δεύτερο μεγάλο πάθος του, ίσως και το πρώτο, μετά τα βιβλία.

Αφιερώνει ώρες ολόκληρες στην εκπαίδευσή του, αμέσως μετά την γέννησή του.

Εντιμότητα και ευθυκρισία

Ο Μπάμπης ήταν δάσκαλος, που με το παράδειγμα της ζωής του δίδασκε ευγένεια, ήθος και γνώσεις. Γνώσεις πολυεπίπεδες, που σπάνια συναντούσες συγκεντρωμένες σε έναν άνθρωπο. Ήταν αυστηρός και δίκαιος πρώτα από όλα με τον εαυτό του. Τα κριτήριά του ήταν μιας άλλης εποχής. Χωρίς υποχωρήσεις και παραχωρήσεις.

Όμως όλοι επιζητούσαν την αυστηρή του κρίση. Γιατί ήξεραν ότι θα ήταν σωστή και δίκαιη. Ήταν μια μόνιμη πηγή που ξεδίψασε πολλούς ανθρώπους. Και με πολλές ιδέες και προτάσεις. Ο ίδιος δεν ζήτησε ποτέ τίποτα. Έδινε μόνο. Αυτό το ξέρουν όλοι οι συνάδελφοι και οι ομότεχνοί του.

Αλλά ο Μπάμπης δεν ήταν μόνο αυτό.

Του άρεσε το καλό παραδοσιακό φαγητό και ήταν εκλεκτός μάγειρας. «Μου έφερε ο χασάπης μου ένα ωραίο κομμάτι κρέας» έλεγε. «Θα φτιάξω ένα ψητό κατσαρόλας με πατάτες, λουκούμι. Έλα την Κυριακή στις 2 να φάμε». Και ήταν πραγματικά εξαιρετικό. Όταν τελειώναμε το φαγητό, εγώ πάντα έλεγα: «Μπράβο βρε Λία, υπέροχο το ψητό». Έξαλλος ο Μπάμπης.

Στο Παγκράτι, που έμενε, ήταν πασίγνωστος στη γειτονιά του. Βγαίνοντας κάθε πρωί για να πάρει τη γαλλική Monde, έπρεπε να σταθεί να μιλήσει με το «χασάπη του», τον «ψαρά του», το «μανάβη του», την κομμώτριά του». Τον λάτρευαν όλοι. Τον ρωτούσαν, τους μιλούσε, έκανε παρέα μαζί τους.

Ο διανοούμενος και ο λαϊκός Μπάμπης.

Του άρεσαν οι μικρές παρέες και οι παλιοί του φίλοι. Να βγουν, να φάνε κάπου απόμερα, ή σε σπίτι, να μιλήσουν. Με λίγους ανθρώπους έκανε ευχάριστα παρέα. Ο Στέφανος και η Πάκη ήταν δύο από αυτούς. Ήταν φίλος και θαυμαστής του Τίτου. Όπου και αν μιλούσε ο Τίτος, που συνήθως διάβαζε και τα ποιήματά του, ήξερα ότι θα μου τηλεφωνούσε για να περάσω  να τον πάρω να πάμε. Ήξερε ότι και εγώ τον αγαπώ τον Τίτο και τα ποιήματά του. Εμένα όμως με έλεγε «Καβαφολόγο» και μου χάριζε βιβλία για τον μεγάλο ποιητή. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι ήξερε για τον Καβάφη περισσότερα από εμένα!

Δεν αντέχω στον πειρασμό να μην αναφέρω ότι ήταν και δεινός χορευτής. Συναγωνιζόταν τον παλιό του φίλο, τον Μιχάλη Παπαγιαννάκη, που χάθηκε και αυτός τόσο πρόωρα. Βαλς, τανγκό και ροκ εντ ρολ σε υψηλό επίπεδο…

Οι γυναίκες τον παρακαλούσαν και τον προκαλούσαν να τις «χορέψει», όπως λέγαμε παλιά. Το γυναικείο φύλο τού είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Πρόλαβε όμως η Λία.

Τώρα σιωπή…

Τώρα το τέλος και σιωπή.

Πριν λίγα χρόνια, το 2009, αρρωσταίνει από μια βαριά αρρώστια των νεφρών. Περνάει τέσσερα οδυνηρά χρόνια. Με μια συγκινητική καρτερία, ψυχραιμία και αξιοπρέπεια. Κλείνεται λίγο παραπάνω στον εαυτό του και το σπίτι του, αλλά δεν αλλάζει συνήθειες και τρόπο ζωής. Είναι πάντα παρών στις συγκεντρώσεις του ΣΥΡΙΖΑ και η Αυγή είναι στο κομοδίνο του κάθε πρωί, ακόμα και στο νοσοκομείο τις τελευταίες μέρες. Δεν θέλει να στεναχωρήσει κανέναν με την κατάστασή του. Σε όλους έλεγε, με το γνωστό χαμόγελό του, ότι πάει καλά. Μέχρι το ξαφνικό τέλος. Ακολουθεί την ίδια μοίρα με τον Γιάννη και τον Μπάμπη, που γράφω στην αρχή.

Πόσο υποκριτικό και τετριμμένο, πολλές φορές, είναι το «γίναμε φτωχότεροι από το χαμό του…».

Ίσως όμως και όχι.

Γιατί εγώ έγινα πολύ φτωχότερος.

 

 

Ν.[ίκος] Μ.[πανιάς]

Εφημερίδα Εποχή, φ. 1153/28.4.2013

Στη φωτογραφία διακρίνονται από αριστερά ο αξέχαστος Μπάμπης Γεωργαντίδης, η Ξανθίππη Μίχα, η Φραντζέσκα Καμπάνη, η Λία Γεωργαντίδη (η σύζυγός του) και ο Νίκος Γεωργαντίδης (ο γιός του).