
ΣΤΟΠ ΣΤΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ
Πέμπτη 26 Ιουνίου είναι η Παγκόσμια ημέρα κατά των Βασανιστηρίων. Στη χώρα μας πολλοί Έλληνες δημοκράτες, με προεξάρχοντες τους νέους και τις νέες, αγωνιστές του αντιδικτατορικού αγώνα, βασανίστηκαν άγρια στις ταράτσες της Ασφάλειας και στα κολαστήρια της ΕΣΑ, γιατί δεν θέλησαν να υποταχθούν στο χουντικό καθεστώς και το πολέμησαν με κάθε μέσο, μέσα από τις παράνομες αντιστασιακές οργανώσεις.
Οι καταγγελίες τους, που έφτασαν μέχρι το Συμβούλιο της Ευρώπης το 1969 ξεγύμνωσαν το στρατιωτικό καθεστώς και το απομόνωσαν διεθνώς. Η συνεισφορά αυτών των αγωνιστών, και όσων κρατήθηκαν στη συνέχεια στις φυλακές και τα ξερονήσια, ως δεσμώτες της χούντας, ενίσχυσαν τον αγώνα του ελληνικού λαού για την ελευθερία και την εθνική ανεξαρτησία.
Το καλοκαίρι του 1974 η χούντα κατέρρευσε κάτω από το βάρος της προδοσίας της Κύπρου και της τουρκικής εισβολής καθώς και από τα συνδυασμένα χτυπήματα των αντιστασιακών οργανώσεων. Έχουν περάσει έκτοτε 40 χρόνια αλλά τα βασανιστήρια στη χώρα μας δεν έχουν εξαλειφθεί, ως μέθοδος καταστολής κάθε διαφορετικής φωνής και κάθε μη αποδεκτής μειονότητας, απ’ όσα έρχονται καθημερινά στο φως της δημοσιότητας από τους χώρους κράτησης και φυλάκισης στην Ελλάδα. Σε μεγαλύτερη έκταση συνεχίζονται σε πολλές χώρες του κόσμου από αυταρχικά καθεστώτα ή ακόμα και από πολυδιαφημιζόμενες δημοκρατίες.
Η Εταιρεία Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας (ΕΜΙΑΝ) συμμετέχει στην παγκόσμια δράση κατά της συνέχισης των βασανιστηρίων, θύματα των οποίων είναι πολλοί νέοι και νέες, όπως συνέβαινε και στο παρελθόν. Για τα βασανιστήρια αυτά που πραγματοποιούνται εις βάρος των ατομικών και συνταγματικών δικαιωμάτων των πολιτών πολλών χωρών, η ΕΜΙΑΝ συμπαρίσταται σε κάθε προσπάθεια που τείνει να ενισχύσει τις φωνές των απλών ανθρώπων για την αποκατάσταση των δικαιωμάτων του πολίτη και την πλήρη απαγόρευση των βασανιστηρίων σ’ όλο τον κόσμο.
Πιο κάτω παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο της Κίττυς Αρσένη Μπουμπουλίνας 18, Εκδόσεις Θεμέλιο, Νοέμβριος 1975, σελ. 71–73.
“.…Έχουν περάσει 20 μέρες από την ημέρα που με πιάσανε. Δεν χάραξα το βράδι τη χαρακιά της ημέρας. Δεν πρόλαβα. Μ’ ανεβάσανε στην ταράτσα. Όταν με κατεβάσανε, είχα το κουράγιο να ψάξω να βρω τις ασπιρίνες. Τις μέτρησα. Θάταν 7 ή 8. Δε φτάνανε. Τα χέρια μου είναι παράλυτα και δε με υπακούνε να πάρουνε ένα χαλίκι από το τσιμέντο.
Με χτύπησαν, αλλά πόνο δε νιώθω. Θέλω να φωνάξω, αλλά φωνή δε βγαίνει, να μ’ ακούσει όλη η απομόνωση. Θέλω ένα πυρωμένο σίδερο να κάψω τα μέλη που μ’ αγγίξανε. Θέλω περισσότερες ασπιρίνες.
Κάθομαι ακίνητη. Πόσος χρόνος περνά δεν ξέρω, ώρες περνάνε, μέρες περνάνε, δεν καταλαβαίνω.
…Σε σκέφτομαι και τριγυρίζεις το σούρουπο και τις νύχτες όλες τις γωνιές της Ασφάλειας. Αναρωτιέμαι αν θάθελες να βάλεις μια βόμβα να τινάξεις την Ασφάλεια στον αέρα. Γιατί δεν το κάνεις; Τίναξε την στον αέρα. Φωλιές από φίδια είναι γεμάτη. Κάντο, για χάρη μου. Βάλε μια βόμβα και τίναξέ μας όλους στον αέρα. Αυτοί είπανε θα με ξανανεβάσουν πάλι στην ταράτσα. Πολύ λίγα περιθώρια ελευθερίας μου μένουν. Κάθομαι και τους περιμένω. Όπου νάναι πλησιάζει. Και ετοιμάζομαι. Πρέπει ν’ αντέξω τη δεύτερη ταράτσα. Τώρα θα την αντέξω. Τους μισώ πάρα πολύ. Ξεπέρασα το όριο του τρόμου και της απελπισίας. Τώρα τους μισώ.
− Θα τα ξεράσεις όλα, αφρίζει ο Λάμπρου.
− Ο κύκλος δεν κλείνει εκεί που θέλεις να τον κλείσεις, φωνάζει ο Μάλλιος.
Εγώ όμως τώρα, μέσα στην απελπισία του κελιού μου, πήρα την απόφαση μου. Ο κύκλος θα κλείσει έτσι. Και θα το δούμε.
Δε λύγισα στον πόνο. Σχεδόν δεν πόναγα. Τρόμαξα. Τώρα πού ξέρω δε θα τους ξαναφοβηθώ. Δε φοβάμαι τους διεστραμμένους δήμιους, το παρανοϊκό πρόσωπο του Σπανού, τον πάγκο με τα σχοινιά, το σκοτάδι της ταράτσας και τα νερά του πλυσταριού. Έχω στο στόμα μου τη γεύση της πατσαβούρας, στα αυτιά μου το μηχάνημα της μοτοσικλέτας. Βλέπω μπροστά μου το μούτρο του Σπανού και πάνω απ’ όλα μισώ το κορμί μου που λιγοψύχισε. Και τους περιμένω. Φτάνει ναρθουνε. Είμαι έτοιμη. Τώρα δε με νοιάζει που το μυαλό μου δε δουλεύει. Δε μου χρειάζεται. Τώρα που έχω αποφασίσει, τώρα ξέρω πως μετριέσαι μαζί τους.
…Δεν έρχονται. Περιμένουν ίσως να γίνουν καλά τα πόδια μου. Ο γιατρός πού τα εξήτασε όμως δεν τα βρήκε σπασμένα. Βγαίνω μια φορά την ημέρα για την τουαλέτα. Πετάω το φαί μου και ξαναγυρίζω σέρνοντας τα πέδιλά μου.
Ο Γιώργης έφυγε από το διάδρομο. Έφυγε και ο Κώστας. Πόσα χρόνια έχουν περάσει εδώ μέσα. Τα μαλλιά μου θάχουν ασπρίσει. Ψαχουλεύω το κορμί μου και το στήθος μου δεν υπάρχει. Γέρασα. Τίποτα πια δε με νοιάζει. Δε με νοιάζει ούτε αν ποτέ θα βγω από δω μέσα. Ο μόνος λόγος που υπάρχω είναι για να μην πω τίποτα απολύτως στη δεύτερη ταράτσα.
…Φεύγοντας από το σπίτι μου, μου σπάσανε τους δίσκους μου και μου πήρανε όλα τα βιβλία. Μου πήρανε και τους «Ρομαντικούς» του Χικμέτ, που μου είχες χαρίσει. Είχε μια ιστορία μέσα εκεί για κάποιον που τρελάθηκε από τα βασανιστήρια, γιατί λέει, του βρήκανε μια γραφομηχανή. Μια γραφομηχανή σαράβαλο, που το λ και το μ της ήταν χαλασμένα.
…Λογαριάζαμε να πάμε ένα ταξίδι στην Ισπανία. Αρνιόμουν και γω τόσα χρόνια. «Δεν μπορώ να δω το κατάντημα αυτού του λαού», έλεγες. Και ξαφνικά φέτος την άνοιξη το αποφασίσαμε. Θα πάμε το καλοκαίρι στη Μαδρίτη, να δούμε το «ξεραμένο αίμα». Μετά βέβαια ούτε που το ξανασυζητήσαμε. Πήραμε μόνο μια φορά το τραίνο και πετάγαμε προκηρύξεις στα λιβάδια. Τις περισσότερες θα τις φάγανε οι αγελάδες. Δε θέλω ούτε και σένα κοντά μου τούτη τη στιγμή. Σε θέλω μόνο να βάλεις μια βόμβα να τινάξεις την Ασφάλεια στον αέρα.
…Δεν τους άντεξα γιατί τους φοβήθηκα. Αυτό ήταν και το ξέρω καλά. Τώρα θυμάμαι που έλεγες, ο φόβος του πόνου είναι μεγαλύτερος από την πραγματικότητα του πόνου. Και γιατί δε βρήκα τίποτα το λογικό σ’ αυτούς που να μπορώ να το συλλάβω και να το εξηγήσω με το μυαλό μου. Είδα πώς θέλανε να με κάνουνε κομμάτια και έμοιαζαν σαν κανίβαλοι. Τους είδα να ηδονίζονται την ώρα που σπαρτάραγα. Αυτή ήταν η δουλειά τους. Δε με ξέρανε καθόλου. Δεν ξέρανε ίσως την υπόθεσή μου, δε θα περιμένανε προαγωγή από την επιτυχία τους απάνω μου. Θεέ μου, από πού τους έχουνε μαζέψει και είναι τόσο ειδικοί στη «δουλειά» τους. Μόνο το μούτρο του Σπανού ήταν ανέκφραστο. Δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου μάτια τόσο ξερά. «Θα καθαρίσουμε οι δυό μας», μου λέει και σφυρίζει μάγκικα στα «παιδιά» πού περιμένανε. Αυτός θα είναι ο εκπαιδευτής τους. Ένα καμαράκι στη μέση της ταράτσας, παλιό πλυσταριό και ο πάγκος με τα σχοινιά.
Αν μου είχανε αφήσει ένα κομμάτι του κορμιού μου ελεύθερο που να μπορούσα να κρατήσω μιάν αντίσταση…
Όσην ώρα αυτός ο ξανθός με τους παραφουσκωμένους μυς βάραγε φάλαγγα, όλοι οι άλλοι χοροπηδάγανε απάνω μου, πατούσαν στο στομάχι μου, μου σφίγγανε το λαιμό, μου ανάβανε σπίρτα να μου κάψουνε τα μάτια. Τι βλακεία μου να τους φωνάξω ότι θέλω να βλέπω όση ώρα με βασανίζανε… Γιατί κείνη τη στιγμή κάποιος πήγε ν’ ανάψει το φως. Ο Σπανός όμως τον πρόλαβε: «Όχι φως, αφού θέλει να βλέπει, θα μείνει στο σκοτάδι. Κάψτε της τα μάτια!»
Σε μια στιγμή, τι αστείο, μου είπε: «Μίλα, γιατί θα σ’ αφήσω μόνη σου μ’ αυτούς εδώ και κανείς δε θα τους συγκρατήσει», και άρχισε ο ίδιος να μου ξεσκίζει το φουστάνι… Μετά μου κλείσανε το στόμα με μια πατσαβούρα. Ο Σπανός, χτύπαγε μια το κεφάλι μου, μια το άδειο καζάνι που ήταν δίπλα. «Μη φωνάζεις, κανείς δε σ’ ακούει, κανείς, μίλα, λέγε!» Τότε τρόμαξα πολύ. Μόνο σε μια στιγμή ο Σπανός λέει: «Να την ρίξουμε από την ταράτσα κάτω να γίνει κομμάτια». Τότε ανάσανα. Τόθελα τόσο πολύ να πεθάνω. Μα δεν το κάνανε.
Και αυτοί συνέχεια ντοπαριζόντουσαν, πάθαιναν κάτι σαν αμόκ και εγώ δεν μπορούσα ούτε το μικρό δααχτυλάκι του χεριού μου να σφίξω.
Μετά ανέβηκε ο Γεωργαντάς, αυτός που μου είχε κάνει επίσκεψη στο κελί μου για να με πείσει για το «συμφέρον μου» και είπε: «Λύσε την». Και κάποιος άλλος, μάλλον ο γιατρός Κιούπης, μου έπιασε το σφυγμό και μου κοίταξε τα πόδια. Ένας απ’ αυτούς πού με βασάνιζαν μου πρόσφερε τσιγάρο και έφυγε βλαστημώντας πού δεν τον καταδέχτηκα!
Ο Σπανός έτριβε τα χέρια του και ήταν πολύ ευχαριστημένος όταν με κατέβασαν σηκωτή και με παρέδωσαν στο Λάμπρου, Μαλλιό και Μπάμπαλη που περίμεναν στο γραφείο. Μόνο αυτοί περίμεναν περισσότερα. «Αύριο θα επαναληφθεί το ίδιο», είπανε. «Μέχρι τότε θα μείνεις άυπνη με εναλλάξ ανακριτές. Δε θα μας κοροϊδέψεις εσύ». Ο Μπάμπαλης σε μια στιγμή έβαλε το χέρι του στον ώμο του. Τότε δεν άντεξα και ξεφώνησα. «Μη μ’ αγγίζεις… Μη μ’ αγγίζεις. Μη με ξαναγγίξει κανείς σας…». Ο Μαλλιός έτρεξε να κλείσει την πόρτα για να μην ακουστούνε οι φωνές μου σ’ όλο το κτίριο. Πανηγύριζε και χοροπήδαγε. «Βλέπεις, βλέπεις πως είναι τα νεύρα σου, βλέπεις!» Θα πρέπει νατανε χαράματα όταν ο Λάμπρου παραιτήθηκε από το κόλπο της αϋπνίας. Είχα συνέλθει και θα κατάλαβε φαίνεται−μπορούσα μια χαρά να μείνω πολλές νύχτες. Είπε: «Αύριο το ίδιο και σκληρότερα». Πήγανε να με σηκώσουνε. «Όχι θα τα καταφέρω μόνη μου» και σωριάστηκα χάμω. Τα πόδια μου δε με υπακούσανε.
Τώρα γιατί δεν έρχονται να τελειώνουμε; Είναι δυνατόν να κατάλαβαν, ότι τώρα πιά τους περιμένω και δεν τους φοβάμαι, γι’ αυτό δεν έρχονται; Ή παίζουνε με τα νεύρα μου;
Γιατί δεν έρχονται;.…”

