ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΕΜΙΑΝ

ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΝΕΟΛΑΙΑ ΛΑΜΠΡΑΚΗ, 21.11.2013

 

Καλησπέρα

Να προλάβω μια πιθανή απορία: Γιατί ένας άνθρωπος του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, που αφιέρωσε 30 χρόνια από τη ζωή του στην καθημερινή –κυριολεκτικά– συμμετοχή στους αγώνες της Αριστεράς, δέχεται και αποφασίζει, διανύοντας την ένατη δεκάδα του βίου του, να μιλήσει για ζητήματα που απασχόλησαν το κίνημα της αριστερής νεολαίας 60 ή 80 χρόνια πριν;

Όχι βέβαια για να δώσει σχετικές συμβουλές στους σημερινούς νέους της Αριστεράς που θα μπορούσαν να είναι εγγόνια ή δισέγγονά του. Σ’ αυτές τις ιστορίες, άλλωστε, όταν κάποιος αποφασίζει να προτείνει κοινωνικές συμπεριφορές, καλό είναι να μετράει τις δυνάμεις και το διασκελισμό του για άμεση συμμετοχή στην πράξη. Και αυτός που έχει την τιμή και την ευκαιρία να σας μιλάει έχει σαφή συνείδηση του ολιγοστού των βιολογικών δυνατοτήτων του. Ας θεωρηθεί λοιπόν αυτή η μικρή παρέμβαση στην Α΄ Συνεδρία της σημερινής ημερίδας ως απόπειρα κατάθεσης κάποιας εμπειρίας από μια παλαιά εποχή και –το πολύ πολύ– διατύπωσης κάποιων ερωτημάτων αν η αναφορά σ’ αυτήν την εμπειρία μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση της σημερινής δύσκολης κατάστασης που περνάει η χώρα, και μέσα σ’ αυτήν πρώτη η σημερινή νέα γενιά.

Στο θέμα μας λοιπόν. Θα περιοριστώ να θίξω κάποια σημεία του, ευελπιστώντας ότι μπορεί να προκαλέσουν ερωτήματα, αντιρρητικές παρατηρήσεις ίσως, εν πάση περιπτώσει κάποιες αφορμές για συζήτηση, στην οποία ευχαρίστως θα συμμετάσχω.

Μιλώντας για «μορφές οργάνωσης της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη», καλό είναι να ’χουμε κατά νου ότι η οργάνωση δεν είχε γεννηθεί εκ του μηδενός, ούτε τα στοιχεία που εξετάζουμε αποτελούν όλα καινοτομίες στο κίνημα της νεολαίας. Έχουν βέβαια σχέση με τα ειδοποιά χαρακτηριστικά της καθορισμένης αυτής κατηγορίας του πληθυσμού –των νέων της χώρας–, με την εποχή, τα χρόνια που κράτησε ο σύντομος βίος της οργάνωσης, δηλονότι τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες έδρασε –και ευδοκίμησε–, ωστόσο είναι συνάρτηση της πρόσφατης, ως προς το χρόνο της παρουσίας της, ιστορίας του κινήματος της ελληνικής νεολαίας, ιδιαίτερα της πολιτικής πρωτοπορίας της, της αριστερής νεολαίας. Θα ’λεγα της ιστορίας της χώρας κατά τις δυόμισι δεκαετίες από τον πόλεμο του ’40 ώς την άνοιξη του 1965, για να περιοριστούμε σ’ αυτήν. Μικρό ίσως διάστημα για τα μέτρα της μακράς ιστορίας, γεμάτο ωστόσο συγκλονιστικά γεγονότα.

Συμβάντα που προέκυψαν ως προσδιορισμοί και αποτελέσματα, το μεν από τις γενικότερες εξελίξεις στον ευρωπαϊκό χώρο –και εννοώ την άνοδο του φασισμού και του ναζισμού το Μεσοπόλεμο, και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο–, το δε λόγω της βασικής ιδιομορφίας της ελληνικής πραγματικότητας που αποτελούσε η κοινωνικοπολιτική καθυστέρηση της χώρας. Εν ολίγοις της βασικής διαπίστωσης ότι ο αστικοδημοκρατικός εκσυγχρονισμός της δεν είχε συντελεστεί, η ιθύνουσα τάξη, δηλαδή η συγκροτούμενη τότε αστική τάξη και τα υπολείμματα της παλαιάς γαιοκτησίας δεν μπόρεσαν να διαδραματίσουν, καλύτερα δεν θέλησαν να αναλάβουν τον «ιστορικό τους ρόλο», όπως συνηθίζαμε να λέμε, να οδηγήσουν την χώρα σε μια στοιχειώδη συμπόρευση με τη Δυτική Ευρώπη.

Και η ιστορία είχε ήδη θέσει –επιτακτικά τουλάχιστον από τα χρόνια της βασιλομεταξικής δικτατορίας– το ζήτημα της εξεύρεσης του νέου κοινωνικού φορέα που θα αναλάμβανε το καθήκον να προωθήσει τη λύση του ελληνικού προβλήματος. Που δεν μπορούσε να είναι άλλος από ένα ευρύ σύγχρονο δημοκρατικό μέτωπο με πυρήνα και πολύμορφο ιστό τις δυνάμεις της ελληνικής Αριστεράς. Ο συμβιβασμός της προπολεμικής ιθύνουσας τάξης με τη ναζιστική κατοχή –είτε ως ανοιχτή συνεργασία με τον εχθρό είτε ως σιωπηρή ουδετερότητα είτε ως βραχίονας πιστής εξυπηρέτησης των βρετανικών συμφερόντων– ανέδειξε το δρόμο του λαϊκού απελευθερωτικού αγώνα ως μόνη οδό προς την ελπίδα.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες γεννήθηκε η πρώτη, και η μεγαλύτερη ώς τώρα στην ιστορία της χώρας, μαζική και πρωτοπόρα συγχρόνως, με σημαντικό, για τις δυσκολίες της εποχής, βαθμό πολιτικής και κυρίως οργανωτικής αυτονομίας, απελευθερωτική, αντιναζιστική οργάνωση νεολαίας, η γνωστή ΕΠΟΝ. Στο δρόμο αγώνα που χάραξε πορεύτηκαν βασικά, ανάλογα με το βαθμό και την έκταση δίωξής των από το αστυνομικό κράτος της Δεξιάς, οι διάδοχες οργανώσεις της νεολαίας της Αριστεράς: η ΕΔΝΕ, για ένα περίπου μόνο χρόνο ώς τη δικαστική διάλυσή της, η Νεολαία ΕΔΑ για μία δεκαετία στα μετεμφυλιοπολεμικά χρόνια και τέλος η Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη στο σύντομο βίο της από την ίδρυση και το ιδρυτικό της συνέδριο ώς την διάλυσή της από τη δικτατορία των στρατοκρατών.

Από τις οργανώσεις αυτές, οι δύο χρονικά ακραίες παρουσιάζουν, νομίζω, τις μεγαλύτερες συμπτώσεις-ομοιότητες. Είναι λ.χ. μαζικές, τηρουμένων των αναλογιών που προκύπτουν από τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών μέσα στις οποίες αναπτύσσονται και δρουν. Είναι δημοκρατικές, δηλ. αντιφασιστικές-αντιναζιστικές. Δίνουν σχεδόν αμέσως μετά την ίδρυσή τους τη μεγαλύτερη αντιναζιστική-δημοκρατική μάχη της ιστορίας τους. Κατά περίεργη σύμπτωση τον ίδιο μήνα: Ιούλιο του 1943 η ΕΠΟΝ στο μεγαλύτερο κατοχικό συλλαλητήριο του λαού της Αθήνας εναντίον της επέκτασης της βουλγαρικής κατοχής στους συνοριακούς νομούς της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας και τον Ιούλιο του 1965 η νεαρή Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη εναντίον της βασιλικής εκτροπής από τις συνταγματικές αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας. Της γνωστής πράξης αυλικής ασυδοσίας, με την οποία η Φρειδερίκη, παλαιά θερμή οπαδός του Χίτλερ στα νιάτα της, μαζί τον νεαρό γιό της προσπάθησαν να εγκαθιδρύσουν στη χώρα την «ενός αδρός αρχήν» καταργώντας τον εκλεγμένο πρωθυπουργό και διορίζοντας ουσιαστικά τρεις δικές τους κυβερνήσεις. Τα θύματα στις δύο αυτές συγκρούσεις είναι κυρίως ή αποκλειστικά νέα παιδιά. Ας θυμηθούμε τις ατρόμητες επονίτισσες Παναγιώτα Σταθοπούλου και Κούλα Λίλη κάτω από τις ερπύστριες των γερμανικών αρμάτων μαζί με μία περίπου δεκάδα άλλους νεκρούς της πρώτης αυτής μάχης και ας ξαναφέρουμε στη μνήμη μας το αγαπημένο γελαστό παλικάρι της Ανωτάτης Εμπορικής, τον ασυμβίβαστο μαχητή των λαϊκών αγώνων Σωτήρη Πέτρουλα.

Είναι ακόμα –μιλώ για την ΕΠΟΝ και την ΔΝΛ– αυτόνομες οργανώσεις σε σημαντικό βαθμό, όχι μόνο στον τίτλο και στις καταστατικές αρχές τους, αλλά και στην οργάνωση και δράση τους. Εκλέγουν, και οι δυο, τα καταστατικά καθοριζόμενα όργανά τους, σε όλη την κλίμακα συγκρότησης τους, από τις οργανώσεις βάσης ώς τα πανελλαδικά συνέδριά τους. Που αποτελούν πανελλαδικής σημασίας γεγονότα.

Η αναφορά στις παράλληλες αυτές εκδηλώσεις, ως παραδείγματα, ας θεωρηθεί μια πρόχειρη τεκμηρίωση της άποψης που διατύπωσα ότι η Νεολαία Λαμπράκη δε γεννήθηκε εκ του μηδενός. Έτσι και οι μορφές οργάνωσης και δράσης της –όπως είναι ο τίτλος αυτής της συνεδρίας– προσδιορίζονται φυσικά από τα προτάγματα που προβάλλει η εποχή και αναδεικνύουν οι ανάγκες του δημοκρατικού κινήματος της ελληνικής νεολαίας, φέρουν ωστόσο έντονη τη σφραγίδα της ιστορικής πείρας μιας πολύπλευρης αγωνιστικής διαδρομής των αριστερών πολιτικών σχηματισμών μιας εικοσαετίας και πλέον και οι μνήμες της ΕΠΟΝ από αυτήν είναι ευδιάκριτες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η ενεργός σύζευξη του πολιτιστικού με το πολιτικό, της πολιτικής με τον πολιτισμό ή, όπως αλλιώς θα μπορούσαμε ίσως να πούμε, του μέσου με το σκοπό. Δείχνοντας έτσι ότι η απώτερη πολιτικοκοινωνική αλλαγή στην οποία απέβλεπαν και για την οποία ουσιαστικά πάλευαν δεν θα ήταν μόνο μια ριζική οικονομική μεταβολή αλλά ένας νέος πολιτισμός. Γι’ αυτό και η Νεολαία Λαμπράκη, όπως η ΕΠΟΝ την Κατοχή και τους λίγους ελεύθερους μήνες ώς τη Συμφωνία της Βάρκιζας προσπάθησε να φέρει τους νέους και το περιβάλλον τους σε επαφή με όλες τις εκφάνσεις του πολιτιστικού αγαθού: την τέχνη του λόγου, πεζογραφική και ποιητική, τη μουσική, τη θεατρική πράξη· με όλες τις μορφές αγωγής σώματος και ψυχής. Σε όλη την έκταση της χώρας ως τις πιο απομακρυσμένες γειτονιές των πόλεων και κυρίως ώς τα συνοριακά χωριά της Ελλάδας. Όποιος ξεφυλλίσει τις προοδευτικές εφημερίδες της εποχής, ιδιαίτερα την Αυγή από τον Δεκέμβριο του 1964 ώς τον Μάρτιο του ’65, θα «σκοντάψει» σε ανταποκρίσεις που περιγράφουν εγκαίνια σε 80 περίπου λέσχες Λαμπράκη. Και θα πλουτίσει τις γεωγραφικές του γνώσεις ακούγοντας ονόματα συνοριακών ελληνικών τόπων που αλλιώς δε θα μάθαινε ποτέ στη ζωή του: για τη Δροσοπηγή της Φλώρινας· για τη Νέα Ζωή, τη Σίνδο ή τον Σταυρό του νομού Θεσσαλονίκης· για τη Γοργόπη και το Μυλοχώρι του Κιλκίς· για τη Χωριστή της Δράμας, την Κορνοφωλιά του Έβρου.

Και θα μάθει ακόμα πως τη λέσχη στο Μυλοχώρι την έκαψαν δύο φορές –με την ανοχή τουλάχιστον των αρχών καταστολής– οι παρακρατικοί, κάτι ελληναράδες σαν τους σύγχρονούς μας χρυσαυγίτες. Και τα λίγα παιδιά του χωριού, με τη βοήθεια του βόρειου τομέα του νομού, την έχτισαν και την ξανάχτισαν. Γιατί ήξεραν πως το στέκι τους αυτό ήταν μια απάντηση στη βαρβαρότητα και στην καταστολή της εποχής. Εκεί μέσα, με τη μέθοδο της αλληλοδιδασκαλίας και τη συλλογική πράξη μάθαιναν την υπεύθυνη συμπεριφορά του ενεργού πολίτη· εκεί μέσα γεύονταν τη γνώση και τον πολιτισμό. Και για πολλούς από αυτούς τούτο το στέκι ήταν τόπος τιμής για τον πατέρα, τη μητέρα, για τον θείο ή τον μεγάλο αδερφό που, πάνω από μία εικοσαετία στρατευμένοι στον απελευθερωτικό αγώνα εναντίον του ναζισμού, είχαν στήσει για πρώτη φορά στο χωριό ένα τέτοιο χώρο, ως μέλη της ΕΠΟΝ.

Οι λέσχες Λαμπράκη-λέσχες πολιτισμού, όπως τις ονομάζαμε τότε, στάθηκαν βασική μορφή οργάνωσης και δράσης διότι, πέραν των άλλων, αποτελούσαν σημαντική προϋπόθεση και για την αυτονομία και την απεξάρτηση από την κηδεμονία ομόεδρων εδαΐτικών οργανώσεων, ώστε να μην αντιμετωπίζονται οι Λαμπράκηδες ως «παιδιά για όλες τις δουλειές». Το ότι ο αντίπαλος –οι κρατικές δυνάμεις καταστολής και το παρακράτος– τις πολέμησε και προσπάθησε με κάθε μέσο να εμποδίσει τη λειτουργία τους είναι ενδεικτικό της αξίας τους ως μέσου αγωγής και συγχρόνως πάλης για τη δημοκρατία και την κοινωνική αναγέννηση της χώρας.

Ένα άλλο παράδειγμα-ένδειξη της συνέχειας στη ζωή και την ιστορία των αριστερών πολιτικών οργανώσεων νεολαίας του τόπου υπήρξε η μετωπική πολιτική με την οποία η Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη χειρίστηκε την πάλη για τη δημοκρατία και τα ιδιαίτερα προβλήματα των νέων, καθώς και ο τρόπος, τα μέσα που χρησιμοποίησε για την κινητοποίηση όσο το δυνατόν ευρύτερων δυνάμεων. Η πολιτική αυτή ήταν ιδιαίτερα φανερή στον τομέα της εκπαίδευσης ανώτατης και μέσης βαθμίδας, και αποτελούσε σημαντική παρακαταθήκη της Νεολαίας ΕΔΑ των πρώτων χρόνων του ’60. Αφορούσε όλον τον κόσμο της Αριστεράς, με όλη την γκάμα των αποκλίσεών της, αλλά προπάντων τον ευρύτερο χώρο των δημοκρατικών δυνάμεων.

Ίσως εδώ είναι ο χώρος για να τονιστεί η σημασία των περιοδικών εντύπων ως μέσου αφενός πληροφόρησης αφετέρου συγκέντρωσης δυνάμεων για οργάνωση και δράση. Και η αναφορά δεν περιορίζεται στα έντυπα της οργάνωσης. Κυρίως αφορά τον ευρύτερο νεολαιίστικο τύπο που η Νεολαία Λαμπράκη ενίσχυσε με δυνάμεις, στήριξε την έκδοση και κυκλοφορία του και αξιοποίησε προς όφελος του κινήματος.

Θα κλέψω τρία λεπτά για μια προσωπική εξομολόγηση, ας πούμε: Μίλησα παραπάνω για μία τριακονταετία. Είναι τα χρόνια, Μάιος 1941, όταν μαζί με την οικογένειά μου αναλάβαμε για σημαντικό χρονικό διάστημα της Κατοχής τον παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ στο Σουφλί, την ιδιαίτερη πατρίδα μου, έως τον Φλεβάρη του 1971, όταν απολύθηκα από την τέταρτη εξορία μου –της χούντας. Εννοείται ήμουν αριστερός και πριν και εξακολουθώ να είμαι, μάλλον ώς το τέλος. Σ’ αυτά τα τριάντα χρόνια χόρτασα δυσκολίες και περιπέτειες, αλλά απόλαυσα και σπάνιες χαρές. Γνώρισα χιλιάδες σπουδαίους ανθρώπους –ήμουν δηλαδή τυχερός. Για να είμαι περισσότερο δίκαιος, πρέπει να ομολογήσω πως η μεγαλύτερη τύχη μου, αν εξαιρέσω την Παγώνα και την οικογένειά της, είναι που γνώρισα αυτή τη γενιά, τη διάδοχη της δικής μου των εφήβων της Κατοχής –τη γενιά που συνηθίζουμε να ονομάζουμε, φρονώ αρκετά περιοριστικά, γενιά των Λαμπράκηδων. Πολλές φορές μίλησα γι’ αυτήν. Την ονόμασα την πιο σοφή γενιά της Αριστεράς. Πρέπει να προσθέσω και μαρτυρική ως μη όφειλε. Εμείς, οι του ’40, φέρουμε πάνω μας ένα άγος –καλύτερα άχθος, τον Εμφύλιο. Μας τον φόρτωσαν. Δεν ήμαστε σοφοί και τον δεχτήκαμε –μεγάλη συζήτηση σηκώνει το πράγμα, θα πεις. Ενώ αυτή η γενιά έκανε ό,τι μπορούσε για να τον αποφύγει. Και το πλήρωσε, ως μη όφειλε!

Προχτές την Κυριακή ξαναδιάβασα με την Αυγή το συγκλονιστικό βιβλίο της Κίττυς. Την Παρασκευή είχαμε επισκεφτεί μια παρέα τέσσερις τον Χρίστο Ρεκλείτη. Έχει κάνει μια δύσκολη εγχείρηση και προσπαθεί να ανακάμψει. Τώρα έχω δίπλα μου τον Νίκο. Αν σηκώσω το κεφάλι μου, θ’ αντικρίσω πολλούς άλλους– άλλες που έχουν πληρώσει, πολύ πιο ακριβά από τον μέσον όρο, το μάρμαρο. Λέω πως πρέπει, κάπου κάπου, να τις θυμούμαστε αυτές τις ματωμένες και τόσο ακριβές πτυχές μιας πρόσφατης ιστορίας. Έτσι για να νιώθουμε την ανάσα μας πιο γεμάτη, πιο ελεύθερη. Και να μπορούμε να κοιτάξουμε την ανατολή με ελπίδα. Να με συμπαθάτε!