ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΖΗΣΙΜΟΥ ΣΥΝΟΔΙΝΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΣΤ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Για τον Στέφανο της καρδιάς μας[1]

 

Αγαπητοί φίλοι, κυρίες και κύριοι,

Θα ήθελα να μιλήσω αναλυτικά γι’ αυτό το καταπληκτικό βιβλίο, αλλά επειδή η μακρόχρονη, καθημερινή μου επαφή και τα προσωπικά μου αισθήματα για το συγγραφέα επηρεάζουν την όποια νηφάλια κρίση, θα ασχοληθώ, στο περιορισμένο διάστημα που έχω στη διάθεσή μου, περισσότερο με τον ίδιο τον σεβαστό φίλο και δάσκαλο, παρουσιάζοντας παράλληλα σκόρπιες σκέψεις για μερικές σημαντικές υποθήκες του υψηλού συνθέματός του.

Ο Στέφανος Στεφάνου από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 δούλεψε ως διορθωτής των εκδόσεων του Ιστορικού Αρχείου της Εθνικής Τράπεζας (ΙΑ/ΕΤΕ). Τον πρωτογνώρισα το 1985, αλλά η στενή συνεργασία μας ξεκίνησε περίπου 15 χρόνια αργότερα. Γι’ αυτόν τον Στέφανο της πρόσφατης περιόδου του ΙΑ/ΕΤΕ και αργότερα της Εταιρίας Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας μπορώ να μιλήσω· ουσιαστικά αυτόν που έζησα και ζω καθημερινά απέναντί μου, στο κοινό μας εργασιακό περιβάλλον, τα τελευταία δώδεκα-δεκατρία χρόνια.

Ήταν το 2001, έναν χρόνο μετά την απώλεια του φυσικού μου πατέρα, όταν ο Στέφανος ήρθε να εγκατασταθεί μόνιμα στο πρόσφατα ανακαινισμένο κτήριο του Ιστορικού Αρχείου της Εθνικής Τράπεζας, στην οδό τρίτης Σεπτεμβρίου, ενταγμένος στο δικό μου τμήμα των ερευνητικών προγραμμάτων και εκδόσεων, ως διορθωτής-επιμελητής κειμένων και εκδόσεων. Εργαστήκαμε, εργαζόμαστε μαζί από τότε αντικριστά στο ίδιο γραφείο, μοιραζόμαστε καθημερινά τις ίδιες έγνοιες για τα βιβλία, την ιστορία, τη γλώσσα, την Αριστερά, τη νεολαία, την Τράπεζα και τόσα άλλα. Ατέλειωτες οι συζητήσεις μας για την ελευθερία, τη δημοκρατία, τα κινήματα, το σοσιαλισμό, το μέλλον του ανθρώπου. Η σχέση μας εξελίχθηκε με τα χρόνια σε βαθιά αλληλοεκτίμηση, σεβασμό και αγάπη. Έτσι ο Στέφανος έγινε κάπως πατέρας μου, πνευματικός θα έλεγα, αφού η σεμνότητα, η πραότητα, η τρυφερότητα και η ευγένειά του θύμιζαν κάτι από τον φυσικό μου πατέρα.

Ομολογώ ότι, εκτός από «προνομιακός» ευήκοος ακροατής των συναρπαστικών του αφηγήσεων, εξαιτίας του γνώρισα από κοντά, στα πρώτα χρόνια του αιώνα μας,  ξεχωριστούς ανθρώπους από τη γενιά των Λαμπράκηδων, στην αρχή για να δίνω καθαρά τεχνικές συμβουλές σχετικά με την ταξινόμηση και διαχείριση των συγκεντρωμένων στην ΕΜΙΑΝ προσωπικών αρχείων αριστερών στελεχών της νεολαίας του ’60, εμπλεκόμενος αργότερα όλο και περισσότερο με αυτό το αξιόλογο ιστορικό υλικό και αναλαμβάνοντας μαζί του την ταξινόμηση, περιγραφή και σύνταξη του τυπωμένου Ευρετηρίου των αρχείων της. Θυμίζω ότι ο Στέφανος Στεφάνου υπήρξε αποφασιστικός παράγοντας στην ίδρυση και εξέλιξη της Εταιρείας Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας, της γνωστής ΕΜΙΑΝ. Μοναδική εμπειρία μαθητείας δίπλα του, που μου δίδαξε σημαντικά στοιχεία για την εποχή, τη δράση της αριστερής νεολαίας και τους ανθρώπους της, τότε και σήμερα.

Ο λόγος λοιπόν για τον ακατάβλητο μαχητή της ζωής, τον αιώνιο έφηβο, τον ανταρτοεπονίτη, τον στρατευμένο κομμουνιστή, τον διωκόμενο και πολλαπλώς τιμωρούμενο από το μετεμφυλιακό κράτος, που γλίτωσε το θάνατο αρκετές φορές, τότε στα «πέτρινα χρόνια», όταν η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια δεν είχαν σχεδόν καμία αξία, τον εδαΐτη καθοδηγητή, τον εξόριστο της χούντας, τον διαφωνούντα κάποια στιγμή με την κατεύθυνση του κομουνιστικού κινήματος, τον διανοούμενο.

Επίσης, τον Στέφανο της καθημερινής μας δουλειάς στο Ιστορικό Αρχείο της Εθνικής, τον ακέραιο χαρακτήρα, τον σοφό, μειλίχιο συνάδελφο, τον σπουδαίο διορθωτή, όχι απλώς επιμελητή, χιλιάδων βιβλίων και κειμένων, τον μαχητικό δημοτικιστή, το δάσκαλο ζωής τόσων παιδιών στους χώρους που εργάστηκε, δημιούργησε, διακρίθηκε τα τελευταία σαράντα χρόνια. Λέω παιδιά, εννοώντας τα νεαρά άτομα, ποικίλων κοινωνικών στρωμάτων, ενδιαφερόντων και γνώσεων, τα οποία κατά καιρούς γοήτευσε σε εκδοτικούς οίκους, στο ΜΙΕΤ, στο Ιστορικό Αρχείο της ΕΤΕ, στα ΑΣΚΙ, στην ΕΜΙΑΝ ή στο Μουσείο Πολιτικών Εξορίστων Αϊ-Στράτη. Γιατί ο Στέφανος έχει το χάρισμα να πιάνει τον παλμό της νεολαίας, να επικοινωνεί με τους νέους ανθρώπους ως ομήλικός τους, να μιλά κατευθείαν στην καρδιά τους. (Μήπως ξεχνάμε οι περισσότεροι με τι ευγενική επιμονή μας επέβαλε το Στέφανος σκέτο, χωρίς το «κύριος;») Ίσως να είναι και ιδιαίτερη ικανότητα ή προσόν που αποκτήθηκε μέσα από την πολύχρονη θητεία του στο αριστερό κίνημα σε θέσεις καθοδηγητή της νεολαίας από την εποχή της ΕΠΟΝ μέχρι και τους Λαμπράκηδες. Ο «θείος» Στέφανος των περισσοτέρων, για να συμπεριλάβω και τη νεολαία του ’60.

Αλλά ας έλθουμε στο βιβλίο. Αντικειμενικά υπήρξα ένας από τους λίγους που παρακολούθησαν την επίπονη συγγραφή του, όταν ξεκίνησε ως εκτενής προφορική μαρτυρία, με τη μορφή μακρών συνεντεύξεων στην ιστορικό Χριστίνα Αλεξοπούλου, η οποία προσέγγισε το θέμα με σεβασμό και αγάπη, με υπευθυνότητα και επιστημονική επάρκεια, μαρτυρία που στην πορεία αναβαθμίστηκε, με τη συμβολή της Χριστίνας, σε ενιαίο γραπτό κείμενο.

Ο τίτλος πρώτα ξαφνιάζει: «Ένας απ’ τους πολλούς της ελληνικής Αριστεράς». Ο συγγραφέας μάς ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι δεν μιλά μόνο για τον εαυτό του∙ ότι μέσα από την προσωπική του περιπέτεια επιθυμεί να εκφράσει έναν ολόκληρο, αφανή στην πλειονότητά του, κόσμο, τον απλό κόσμο της εαμικής Αριστεράς. Δηλαδή τις εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που πολέμησαν γενναία τον κατακτητή και οραματίστηκαν μια πιο δίκαιη κοινωνία, μετά μπλέχτηκαν στα γρανάζια του Εμφυλίου, ηττήθηκαν από τους αντιπάλους τους με τη στρατιωτική επέμβαση των ξένων, κάποιοι σκοτώθηκαν σε μάχες, άλλοι εκτελέστηκαν, οι πολλοί καταδιώχθηκαν, λοιδορήθηκαν, βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν, πείνασαν, αρρώστησαν, στερήθηκαν βασικά ανθρώπινα αγαθά, βιώνοντας τον αποκλεισμό, τη φτώχεια και την καταφρόνια. Διάχυτος ο πόνος, ο θάνατος, αλλά ο διαρκής αγώνας για την ατομική αξιοπρέπεια και η ζωντανή ελπίδα στην ιδανική μελλοντική κοινωνία της ελευθερίας τούς βοήθησαν να αντέξουν, να ξαναστηθούν στα πόδια τους, στις δεκαετίες του ’50 και του ’60.

Όλους αυτούς θέλει να τιμήσει ο Στεφάνου, γιατί, όπως υποστηρίζει, αυτός ο κόσμος δεν πάλευε για κάτι προσωπικό του, αλλά, κυρίως, υπερασπιζόταν, μέσα από την προσπάθεια να υπηρετήσει τη διωκόμενη γενική συλλογικότητά του, την Αριστερά, κοινωνικά αγαθά και αξίες που πλήττονταν βάναυσα: κυρίως το δικαίωμα του πολίτη να επιλέγει ελεύθερα την πολιτική του προτίμηση και να εκφράζει πάλι ελεύθερα τις ιδέες του. Αυτό η ιστορία πρέπει να το αναγνωρίσει. Να τους το αναγνωρίσει όλων, δικαίων και αδίκων, ως παρακαταθήκη της κοινωνίας –του έθνους– όσο και αν σήμερα, μέσα στον κυκεώνα της γενικής κατάρρευσης, έχει φθαρεί το σημαίνον αυτό.

Προερχόμενος από μια οικογένεια στο Σουφλί που πλήρωσε πολύ ακριβά την ένταξή της στην Αριστερά, έζησε ο ίδιος, για ένα τέταρτο του αιώνα, τον κατατρεγμό και τη σκληρή τιμωρία του μεταβαρκιζανού αστικού κράτους, διώξεις, φυλακές, εξορίες, εκτοπίσεις. Γράφει: Στο διάστημα των είκοσι πέντε ετών (Ιούλιος 1946-Φεβρουάριος 1971) είχα την «τύχη» να υποστώ είκοσι πέντε ακριβώς τέτοιες μεταγωγές με καράβι, στην αρχή αλλάζοντας φυλακή (Αλεξανδρούπολη, Κεφαλλονιά, Πάτρα, Γιούρα, φυλακές Βούρλων) και αργότερα πηγαινοερχόμενος στα στρατόπεδα πολιτικών εξορίστων, τρεις φορές στον Αϊ-Στράτη και από μία στην Ανάφη, στη Γιούρα πάλι, στο Παρθένι Λέρου και στον Ωρωπό Αττικής ή μεταγόμενος στα νοσοκομεία της Λήμνου, της Μυτιλήνης και στο Ιπποκράτειο Αθηνών, όπως και την ολιγοήμερη παραμονή μου στα τμήματα μεταγωγών Θεσσαλονίκης, Πειραιά, Πάτρας, Σάμης, Σύρου κ.ά. Είκοσι πέντε πελαγίσια ταξίδια δεμένος, ή «οιονεί δεμένος».

Εκφράζεται με τρυφερότητα για τους συγκρατούμενούς του, αυτούς που μέσα στην ηθική και υλική εξόντωσή τους μοιράζονταν με συντροφική αλληλεγγύη τα απερίγραπτα μαρτύρια στα θανατονήσια, αναδεικνύοντάς τους ως υποκείμενα της ιστορίας. Αγαπούσαμε –γράφει– με τα βάθη της ψυχής μας τον ώς τα χθες άγνωστο σύντροφό μας. Και πολλές φορές προσπαθούσαμε να πάρουμε τη θέση του ανήμπορου στο βασανιστήριο ή στη δολοφόνα καταναγκαστική δουλειά. Δεν μπορείς να φανταστείς πόση καλοσύνη κρύβει η καρδιά του απλού ανθρώπου.

Εκκινώντας από το λόγο της Παγώνας Στεφάνου, υπερθεματίζει το ρόλο του άλλου «μισού του ουρανού», ενώ υπερασπίζεται με πάθος όλες αυτές τις γυναίκες της αιμάσσουσας Αριστεράς, όχι μόνο όσες είχαν ενεργό ρόλο στο κίνημα, αλλά κυρίως τις άλλες: τις απλές, γιαγιάδες, συζύγους, μανάδες, κόρες, θείες, οι οποίες σήκωσαν όλα τα βάρη των επιλογών των συγγενών τους. Σε αυτές ο συγγραφέας αποδίδει σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη της αλληλεγγύης της αρχέγονης κοινότητας στους κατατρεγμένους αριστερούς, το «μέσα πλούτος», όπως λέει. Διαβάζουμε: Είχαν διδαχθεί από την πείρα τους πως, απέναντι στις φυσικές ή τις κοινωνικές καταιγίδες που έπλητταν πάντα τους απλούς, τους αδύναμους, τους «αφανείς», μόνο η ενότητα της «οικογένειας» –και όχι μόνο με τη φυσική της έννοια αλλά και ό,τι παλαιότερο είχαν προσθέσει οι κοινωνικές κατά καιρούς «διαιρέσεις»– μπορούσε να έχει πιθανότητες να τα βγάλει πέρα με τις όποιες αντιξοότητες. Οι άλλοι, οι «επώνυμοι», οι δυνατοί, οι «αφεντάδες» είχαν το χρήμα, την εξουσία, την απροσχημάτιστη βία, αλλά και το βιασμό της συνείδησης, που προσπαθούσε να εμφυσήσει στους αδύναμους την ψευδή πεποίθηση, την «ιδεολογία», πως το δικό τους δίκιο, το «δίκιο» των λίγων ισχυρών είναι δίκιο όλων· και το μόνο ικανό να το αντιμετωπίσει, να το «αποφλοιώσει» από το ψεύτικο ντύμα του ήταν το δίκιο της ενότητας των αδύναμων, το αναφαίρετο δίκιο της φυσικής και κοινωνικής επιβίωσης των πολλών, της κοινωνίας. Ανθρωπολογική προσέγγιση με απλά, αλλά μεστά λόγια!

Για τον Στέφανο η ανθρώπινη ζωή αποτελεί υπέρτατο αγαθό, αξία απαραβίαστη. Επίσης, μετράει πολύ η δρώσα συλλογικότητα κι όχι η άτακτη μάζα, ο άνθρωπος ως κοινωνικό-πολιτικό όν, ως ενεργός πολίτης, όχι ο ιδιώτης ή μόνο το εξαιρετικό άτομο. Ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος που γνώρισε, ως ενιαίο σώμα, πνεύμα, ψυχή, συναίσθημα, μνήμη, ιστορία. Δεν μπορώ να αγαπήσω και δεν αγάπησα ποτέ ψυχές ασώματες και πνεύματα άσαρκα. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω τα τρία αυτά «συστατικά» στα οποία κάποιοι –δεν ξέρω, επιστήμονες, φιλόσοφοι, ποιητές ή άλλοι– έκανα τον άνθρωπο τρία κομμάτια και έτσι τον κατακρεούργησαν, γράφει χαρακτηριστικά κάπου στην in exten­sio καταγεγραμμένη μαρτυρία του, την οποία λίγοι τυχεροί φίλοι του εξασφαλίσαμε.

Και η «ανάμνηση των ονομάτων». Διαθέτοντας μέχρι τις μέρες μας μια εξαιρετική, εφηβική θα λέγαμε, μνήμη, παραδίδει στην ιστορία ως έμπειρος χρονικογράφος όχι μόνο γεγονότα που χάραξαν τον ίδιο και μια ολόκληρη εποχή, αλλά και τα πρόσωπα που εμπλέκονταν λίγο πολύ στην προσωπική του περιπέτεια στα 30 χρόνια της αποκλειστικής του απασχόλησης με το αριστερό κίνημα: εκατοντάδες ονόματα από φίλους της παιδικής του ηλικίας στο Σουφλί, συμμαθητές στο δημοτικό σχολειό και στο γυμνάσιο, συντρόφους στην οργάνωση της ΕΠΟΝ, συμπολεμιστές του ανταρτοεπονίτες στα θρακιώτικα βουνά, συντρόφους και συναγωνιστές του στους πολιτικούς αγώνες, συγκρατούμενους και συνεξόριστους, ακόμη και αντιπάλους. Επίσης, περιγράφει ζωντανά πόλεις, χωριά, γειτονιές, νησιά και στρατόπεδα εξορίας, ακόμη και κλειστούς χώρους, όπως συγγενικά, φιλικά ή συντροφικά σπίτια αλλά και φυλακές με την παραμικρή λεπτομέρεια σα να τα είχε καταγράψει τότε, στα νιάτα του κι όχι να τα ανασύρει τώρα από το απέραντο απόθεμα της μνήμης του. Εντυπωσιάζουν ακόμη οι παραστατικές εικόνες του, όπως η κάθοδος στην Αθήνα και η συμμετοχή των Θεσσαλονικιών και Εβριτών αντιπροσώπων στο Α΄ Πανελλαδικό Συνέδριο της ΕΠΟΝ, τον Ιανουάριο του 1946, και το διήμερο πασχαλιάτικο γλέντι του 1950 στη Γιούρα ως η πρώτη, μέσα στην τρίχρονη λειτουργία του στρατοπέδου, μαζική έκφραση των κρατουμένων για το σπάσιμο της τρομοκρατίας.

Τέλος, στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Ιντερμέδιο» αναφέρεται στην πολιτική του παρουσία στη «σύντομη» δεκαετία του ’60, όταν ως κεντρικό πολιτικό στέλεχος της ΕΔΑ είχε αναλάβει καθοδηγητικό ρόλο στη Νεολαία της Αριστεράς. Τότε που η νεολαία αναδείχθηκε στην πρωτοπορία των αγώνων για τη δημοκρατία, την παιδεία και τον πολιτισμό. Είναι η μοναδική περίοδος της ζωής του που ανέλαβε ανώτερη θέση στην πολιτική, γι’ αυτό και την ονομάζει ιντερμέδιο –διάλειμμα. Συμμετέχοντας στα ανώτατα όργανα της Νεολαίας ΕΔΑ και της Νεολαίας Λαμπράκη αργότερα, έχοντας αποφασιστικό ρόλο στα τεκταινόμενα και γνωρίζοντας από μέσα πολλές από τις διεργασίες του κινήματος, μας δίνει σήμερα, σύντομα αλλά περιεκτικά, μια εμβριθή ανάλυση για την εποχή, την πολιτική της ΕΔΑ, το ρόλο του νεολαιίστικου κινήματος, τις σχέσεις κόμματος και νεολαίας κλπ., εμπλουτίζοντας τη σχετική βιβλιογραφία. Εδώ, βεβαίως, πολλοί από μας που τον γνωρίζουμε χρόνια θα θέλαμε εκτενέστερη αναφορά. Να την αναμένουμε σε επόμενο βιβλίο του;

Σεμνός αγωνιστής, αφοσιωμένος κομουνιστής καθ’ όλη την περίοδο της δράσης του, ένας συχνά αυτοαποκαλούμενος στο κείμενο «πειθαρχικός στρατιώτης του επαναστατικού στρατού του παγκόσμιου προλεταριάτου», που πίστεψε ότι ο αγώνας του συνέβαλλε στη μεγάλη κοινωνική αλλαγή, στη δημιουργία ενός κόσμου ελεύθερου και ευτυχισμένου. Αγώνας κατά βάση ειρηνικός, στηριγμένος στην πειθώ και την αγάπη, που προϋποθέτει υπέρβαση του ατομικού και μια σύνθετη ψυχο-πνευματική προετοιμασία, στην επιμονή στην ανάγκη ν’ αλλάζουμε, να βελτιώνουμε κάθε μέρα τον εαυτό μας για να μπορούμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο, το όραμα μιας νέας κοινωνίας που είναι, πρώτα απ’ όλα, όραμα ενός νέου πολιτισμού», διευκρινίζοντας κάπου παρακάτω ότι ο σοσιαλισμός, ο νέος πολιτισμός, δε θα μπορέσει ποτέ να στηθεί και να ορθοποδήσει χωρίς τη συναίνεση της κοινωνικής πλειονότητας.

Γιατί η στράτευσή του στο χώρο της Αριστεράς είναι περισσότερο «ηθική», όπως επισημαίνει η Χριστίνα Αλεξοπούλου, θυμίζοντας κάτι από τη βαθιά πίστη και  αυταπάρνηση των πρώτων χριστιανών. Πώς συνδυάστηκε άλλωστε τόσο αρμονικά στη συμπεριφορά του η κατασταλαγμένη αθεΐα του με τα ηθικά διδάγματα του Ναζωραίου;

Εκπρόσωπος μιας γενιάς που μιλούσε λιγότερο και έπραττε περισσότερο, (κομουνιστής δεν είναι αυτός που μόνο «λέει», αλλά κυρίως αυτός που «πράττει» σύμφωνα με το ιδανικό του, μας υπενθυμίζει), έχοντας φωτεινά πρότυπα στην πολυτάραχη ζωή του, τον ιερέα παππού και τον αγωνιστή πατέρα του, τον συγγενή του, κομμουνιστή βουλευτή Τάσο Χαΐνογλου και τους καπετάνιους του στον Έβρο, Άρη (Αργύρη) Δαλκαράνη και Οδυσσέα (Γιάννη Γαλεάδη), διάβαζε πολύ, δεν αποχωρίστηκε τους αγαπημένους του ποιητές, τον Παλαμά, τον Καβάφη, τον Βάρναλη, ενώ θαύμαζε τους πνευματικούς ηγέτες του κινήματος, τον Γιάννη Κορδάτο, τον Παντελή Πουλιόπουλο, τον Σεραφείμ Μάξιμο… Επίσης, συνάντησε στις φυλακές και τις εξορίες, όπου συμμετείχε σε πλήθος εκπολιτιστικών, αθλητικών, επιμορφωτικών, ψυχαγωγικών και καλλιτεχνικών πρωτοβουλιών, προοδευτικούς πνευματικούς ανθρώπους και καλλιτέχνες, όπως τους Γ. Ρίτσο, Θ. Κορνάρο, Μ. Κατράκη, Τζ. Καρούσο, Φ. Αγγουλέ, Κ. Κουλουφάκο, Δ. Ραυτόπουλο, Χ. Δαγκλή, Γ. Φαρσακίδη κ.ά., αυτομορφώθηκε περαιτέρω, ασχολήθηκε αργότερα στον ελεύθερο επαγγελματικό βίο του με το βιβλίο και από «οργανωτικός» εξελίχθηκε, χωρίς να το δηλώσει ποτέ, σε αριστερό διανοούμενο. Και ως διανοούμενος προσπάθησε να εμβαθύνει στην ουσία των πραγμάτων, γιατί «η ουσία των πραγμάτων −γράφει− είναι τα πάθη και τα κλέη των ανθρώπων που έφτιαξαν τα πράγματα.»

Έτσι, εμβαθύνοντας στα ζητήματα θεωρίας, στρατηγικής και τακτικής του παγκόσμιου κομουνιστικού κινήματος, στην πολιτική της ΕΣΣΔ, στη δράση του ΚΚΕ σε συνδυασμό με τα ιστορικά γεγονότα της χώρας μας, κυρίως από την Κατοχή και έπειτα, μέσα από ποικίλες πολιτικές και πνευματικές διεργασίες στη μακρόχρονη κομματική του ζωή, αποφάσισε «με μεγάλο κόστος ψυχής» να διαρρήξει τους δεσμούς του με την κομουνιστική μήτρα κατά τη διάρκεια της τελευταίας εξορίας του στο Παρθένι της Λέρου, κρατούμενος της χούντας των συνταγματαρχών.  Έκτοτε, ως γνωστόν, παρέμεινε ανένταχτος στο χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς, συμμετέχοντας κυρίως σε πρωτοβουλίες φορέων που υπηρετούν την ιστορική μνήμη.

Καταστάλαγμα της σκέψης του αποτελεί και η παρούσα κατάθεση ψυχής στη νεαρή ιστορικό Χριστίνα Αλεξοπούλου, βιβλίο του οποίου η δομή θυμίζει κάτι από τους πλατωνικούς διαλόγους και τη διαλεκτική μέθοδο. Βιωματική καταγραφή με λογοτεχνικό ύφος και στοιχεία ενός αυθεντικού λαϊκού πολιτισμού, προσεγγίζει με γνώση και μέτρο τη μεταπολεμική μας ιστορία, ενώ μερικές σελίδες της μπορούν να συγκαταλεχθούν στις πιο ψύχραιμες επισημάνσεις για την πορεία του ελληνικού κομουνιστικού κινήματος από την εμφάνισή του μέχρι τη δικτατορία. Λόγος συναρπαστικός, κάποτε συγκινητικός, αλλού θεωρητικός, βαθιά φιλοσοφικός από ένα μάστορα της γλώσσας που επιχειρεί να εκφράσει τη σωματική του σχέση με την ιστορία στην κατάλληλη ένταση, με συγκίνηση, σέβας και αγάπη.

Το βιβλίο, κατά τη γνώμη μου, απευθύνεται πρωτίστως στη νέα γενιά, με την οποία άλλωστε ο συγγραφέας μας έχει αναπτύξει από το μακρύ παρελθόν προνομιακό διάλογο. Μιλώντας κατευθείαν στην καρδιά των νέων για την ελευθερία που ο ίδιος στερήθηκε σε μεγάλο μέρος της ζωής του, υπενθυμίζει σε όλους το βασικό καθήκον του ανθρώπου, το ατομικό χρέος, τη συνεισφορά του καθενός στην ανθρώπινη κοινωνία, γιατί όπως εμφαντικά επισημαίνει ο ίδιος: παιδεία δεν είναι απλώς η αποθήκευση γνώσεων αλλά κυρίως καλλιέργεια της συνείδησης της ελευθερίας να επιλέγεις και να εφαρμόζεις στην πράξη ιδέες που δεν αφορούν μόνο το προσωπικό σου συμφέρον, ή έστω ενδιαφέρον…

Θα ήθελα να τελειώσω λέγοντας ότι, αν το βιβλίο της Παγώνας Στεφάνου έχει χαρακτηριστεί, δίκαια, από τον Φίλιππο Ηλιού, ως «συναξάρι μιας εποχής», πιστεύω ότι το σημερινό συγκλονιστικό βιβλίο του Στέφανου Στεφάνου διεκδικεί τη θέση του έπους των αφανών, του αγώνα τους για ελευθερία και ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Επίσης, να ευχηθώ στον Στέφανο να είναι καλά, για να μας δώσει κι άλλη τροφή για μελέτη και προβληματισμό. Άλλωστε, για να παραφράσω τον ποιητή: σεβαστέ φίλε, τα πιο όμορφα βιβλία δεν τα έχουμε γράψει ακόμα!

Σας ευχαριστώ.

 

Ζήσιμος Χ. Συνοδινός



[1]  Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου Στέφανος Στεφάνου. Ένας απ’ τους πολλούς της ελληνικής Αριστεράς, 1941–1971. Καταγραφή  και σχόλια Χριστίνα Αλεξοπούλου, Θεμέλιο, Αθήνα 2013, που έγινε στο Πολιτιστικό Κέντρο «Μελίνα»  του Δήμου Αθηναίων στις 7.12.2013.