ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΤΣΟΥΡΑΚΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΣΤ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ

ΦΥΛΛΟ ΠΟΡΕΙΑΣ[1]

 

Με τον Στέφανο είμαστε κάτι περισσότερο από φίλοι εδώ και μισό αιώνα περίπου. Συνεπώς δεν πρέπει να περιμένει κανείς άκρα αντικειμενικότητα. Απλώς,  προσπαθώ να είμαι ειλικρινής, έως και στο όριο της ενόχλησης. Όπως αξίζει στους δυο μας και σε όλους μας.

Όλοι οι άνθρωποι που συνάντησα αυτά τα πενήντα χρόνια και είχαν γνωρίσει τον Στέφανο– και πέραν από τους συνήθεις δικούς μας–  είχαν να πουν τα καλύτερα λόγια. Για τη γλυκύτητα του χαρακτήρα του, για την απέραντη ευρυμάθεια του, για τη σεμνότητα, για την ανιδιοτέλεια, για το ήθος του και για τη… χορευτική δεινότητά του. Και βέβαια για την αγωνιστική λεβεντιά και την αδιάκοπη συμμετοχή του στους αγώνες, στις νίκες και στα παθήματα με την αριστερά της καρδιάς του.

Προσωπικά, παρά την έμμονη επιφυλακτικότητα που έχω για τους άμεμπτους και τους ενάρετους, δεν μου έχει μείνει καμιά αμφιβολία για τον Στέφανο. Σ’ αυτές τις δεκαετίες της συνάφειάς μας επαληθεύτηκαν όλα τα παραπάνω αφηρημένα  ουσιαστικά. Στην πράξη και με οποιοδήποτε κόστος του.

Όσο για τις χορευτικές επιδόσεις, έχω απολαύσει επανειλημμένα, όπως και πολλοί από σας, το μεγάλο σουξέ του, στον «κατσίβελο». Και στην ερημιά του Παρθενιού, στη μοναδική έξοδο από το συρματόπλεγμα, τον θυμάμαι να χορεύει τον «μηχανικό», τον παράλυτο δύτη, με τεντωμένο και αλύγιστο το ένα πόδι, λυγισμένο το άλλο και όλο το βάρος του σώματος στηριγμένο πάνω στο μπαστούνι. Σκηνή άψογη, σκηνοθετημένη, όμως, εκείνη τη στιγμή, από τη ζωή. Ο χορευτής μόλις είχε σηκωθεί από πολυήμερο κρεβάτωμα, λόγω της καταραμένης δισκοπάθειας, με το ένα πόδι τεντωμένο, με το άλλο λυγισμένο, με το σώμα του αδυνατισμένο και καμπουριασμένο και με φρικτούς πόνους. Η  τέχνη απαιτεί θυσίες, αλλά η φήμη του είχε, για μια ακόμη φορά, επαληθευτεί.

Ειδικοί  και μη ειδικοί εδώ και αρκετό καιρό είχαν διαγνώσει την ανάγκη να γράψει ο Στέφανος για τη ζωή του. Του επισήμαιναν ότι έχει τον πλούτο της ύλης , τις εμπειρίες και το ταλέντο να γράψει ένα βιβλίο χρήσιμο και συναρπαστικό. Μερικοί τού κουνούσαν και το δάκτυλο, για το χρέος του. Δεν είμαι βέβαιος ότι θα τελεσφορούσαν οι φιλικές παραινέσεις, οι συμβουλές, οι υποδείξεις και οι πιέσεις, αν δεν έκανε την εμφάνιση της η κυρία Χριστίνα Αλεξοπούλου. Η οποία είχε, όπως φαίνεται, συγκεκριμένη πρόταση, σχέδιο, και πρόγραμμα, κοστολογημένο σε χρόνο και μόχθο, καταρχάς δικό της. Όσοι απολαμβάνουμε τώρα το βιβλίο, πρέπει να της χρωστούμε ευγνωμοσύνη για το ευτυχές αποτέλεσμα, αλλά και γιατί μας υπέδειξε,  εμμέσως, το μοντέλο για τις προτάσεις που φιλοδοξούμε να γίνουν αποδεκτές.

Την αφήγηση του Στέφανου την αισθάνθηκα από τις πρώτες γραμμές ως ανάγνωσμα παράλληλο  με το βιβλίο «Των αφανών» της Παγώνας. Το κατέβασα από το ράφι και τα διάβαζα και τα δυο ταυτόχρονα. Κατά την ανειδίκευτη γνώμη μου, είναι δυο αναφορές που παρουσιάζουν την ίδια διαδρομή των ίδιων ατόμων, των ίδιων οικογενειών, του ίδιου τόπου και του ίδιου κοινωνικού, πολιτιστικού και πολιτικού περιβάλλοντος. Με μόνη διαφορά στην ποικιλία των  χώρων και των περιστατικών, και οι δυο αχώριστοι σύντροφοι μας δίνουν γραπτώς — με περίσσεια ευαισθησία και με τη σεμνότητα που εκπέμπουν και στα προφορικά τους–  μια πεντακάθαρη εικόνα της ζωής τους, των οικογενειών τους, της μικρής τους πόλης,  τα πορτρέτα των φίλων τους και των μη φίλων,  των συντρόφων τους. Μαζί με τις κρίσεις και τις απόψεις τους.

Η Αννιώ μού έλεγε πως την εντυπωσίαζε ο Στέφανος. «Άκουγε, λέει, με προσοχή τις απόψεις των νεοτέρων και δεν έκρυβε την εκτίμηση που τους είχε». Αισθανόταν, μάλιστα, η ίδια,  μεγάλη ανακούφιση όταν οι απόψεις του   Στέφανου συνέπιπταν με αυτά που υποστήριζαν οι νεότεροι. Η σύμπτωση αποτελούσε εγγύηση  γι’ αυτήν ότι οι κουβέντες τους δεν είναι λόγια του αέρα, δεν στηρίζονται σε παραπληροφόρηση, πολύ περισσότερο δεν αποτελούσαν προδοσία του αγώνα.

Αν ερμηνεύω σωστά τις αντιδράσεις της Αννιώς, τα λόγια των νεαρών και των λιγότερο νεαρών της εποχής στην οποία αναφέρεται, χωρίς τη σφραγίδα ασφαλείας του Στέφανου ξάφνιαζαν, προκαλούσαν, δυσαρεστούσαν, ίσως και να απογοήτευαν. Καλοπροαίρετοι άνθρωποι δυσπιστούσαν, για την ορθότητα των απόψεων, ακόμη και για τις προθέσεις των φορέων τους. Νομίζω πως αποδεικνύεται στο βιβλίο ότι δεν έφταιγαν  οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι. Ούτε οι ιδέες, που ήταν ούτως η άλλως ανατρεπτικές για την εποχή τους.

Δεν είχαμε συνηθίσει να ακούμε, πολύ περισσότερο να μιλάμε. Ήταν συνταρακτικά τα γεγονότα, απότομες οι αλλαγές, ταχύτατοι οι ρυθμοί. Και η προσαρμογή δύσκολη και αργή. Γι’ αυτό και ξάφνιαζαν οι ανακαλύψεις και προκαλούσαν απορίες ή και καχυποψία οι καινούριες φωνές, ενώ  τη δυσπιστία μεγάλωνε το πάθος των νεαρών, που μιλούσαν σαν μεγάλοι…

Ο Στέφανος ήταν και είναι ένας ήρεμος άνθρωπος, που ξέρει πολύ καλά πολλά πράγματα, που έχει πλούσιες εμπειρίες και τις περγαμηνές των αγώνων του. Που είχε την επίμαχη περίοδο ωριμάσει και στα κομματικά και τα εσωκομματικά προβλήματα, σταδιακά και με φυσιολογικό ρυθμό. Όταν, λοιπόν, άνοιξε το παιχνίδι, άνοιξαν τα μάτια, τα αυτιά και τα στόματα και δρομολογήθηκαν οι μεγάλες αλλαγές, στα λόγια τουλάχιστον, ο Στέφανος ήταν έτοιμος. Οι προβληματισμοί του είχαν προκύψει στην ώρα τους και στην πράξη. Κατά την άποψή μου, την ανάγκη των αναθεωρήσεων και των  προσαρμογών την είχε συνειδητοποιήσει  πολύ νωρίτερα. Είχε διαπιστώσει εγκαίρως το κενό στο σύμπαν.   Γι αυτό, όταν εμφανίστηκαν στο στερέωμα της αριστεράς και άλλα UFO,  πήρε τη θέση του στο χάος φυσιολογικά και χωρίς ιδιαίτερες διαδικασίες. Δεν χρειάστηκε ούτε χρόνο, ούτε διερμηνείς. Μιλούσε την ίδια γλώσσα με τους πάσης ηλικίας νεότερους. Συνεισέφερε ασφάλεια «κανονικότητας» για τις ασεβείς διατυπώσεις των «παιδιών», αλλά – αν διαβάζω σωστά– και οι επίμαχες διατυπώσεις επιβεβαίωναν και στον ίδιο την ορθότητα των απόψεων που ωρίμαζαν στη σκέψη του και της στάσης του σε καίριες στιγμές της μακράς αγωνιστικής δράσης του.

OΣτέφανος, με την παιδεία του, με την πλουσιότατη εμπειρία του από τις επεξεργασίες των ντοκουμέντων στις φυλακές και στα στρατόπεδα, και με τις άλλες ευρύτατες μελέτες του, δίνει μια ολοκληρωμένη εικόνα της πορείας της αριστεράς. Έζησε τις αντιδράσεις και τις θυελλώδεις συζητήσεις που προκλήθηκαν από το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, τις αλλαγές που επέβαλαν η 6η και η 7η ολομέλεια του ΚΚΕ, τα εσωτερικά της ΕΔΑ, τα Ιουλιανά, τα σαλονικιώτικα, τα χουντικά, τα οικογενειακά και τα βιοποριστικά του. Τρομακτικά μεγέθη και πάθη και βάρη για τη διάρκεια μιας ζωής και για τις αντοχές ενός ανθρώπου. Και, σε μένα τουλάχιστον, προκαλεί θαυμασμό ότι, παρ’ όλα αυτά,  παραμένει νηφάλιος, αντικειμενικός, δίκαιος προς όλες τις πλευρές του δικού μας κόσμου, αναπτύσσοντας σταθερά τη δική του άποψη, αλλά και χωρίς να αποσιωπά ή να αδικεί ή να προσπερνά τις άλλες, τις αντίθετες απόψεις.

Ακόμη πιο σημαντικό θεωρώ ότι γενικά στα γραφτά του –και σε αυτό για το οποίο μιλάμε– ο Στέφανος αναφέρεται στους εκτός αριστεράς ανθρώπους ως πραγματικούς ανθρώπους,  με τρόπο δηλαδή που θα έπρεπε να είναι αυτονόητος όταν μιλάμε ακόμη και για τους  εμφύλιους αντιπάλους μας. (Λυπούμαι, αλλά δεν θεωρώ καθόλου περιττή αυτή την επισήμανση. Διαβάζουμε κατά καιρούς κείμενα γραμμένα με άλλο πνεύμα, δήθεν πιο μαχητικό, πιο ιδεολογικά καθαρό, που αποπνέουν μεγάλη σιγουριά για το δίκιο μας και απόλυτη βεβαιότητα για την ορθότητα των επιλογών μας).

Θέλω να πω ότι ο Στέφανος μπήκε –όπως και πολλοί άλλοι, όχι όμως όλοι– στη μεγάλη περιπέτεια της αριστεράς γιατί ήθελε να κάνει τον κόσμο καλύτερο. Αλλά όλο τον κόσμο, χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς και προ παντός χωρίς μειώσεις των πληθυσμών. Στην ουσία επαναφέρει την κουβέντα στο επίμαχο θέμα: Να φάμε τα μουστάκια μας για να καταλογιστούν ευθύνες ποιος φταίει περισσότερο για τον εμφύλιο πόλεμο. Να μιλήσουμε  για τη διαχείριση της ήττας από τους ηττημένους και για την απάνθρωπη συμπεριφορά των νικητών. Αλλά να συμφωνήσουμε ότι ο εμφύλιος είναι κατάρα για όλους και πρέπει να αποκλείεται ως απόπειρα λύσης για τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα; Αν τον έχω γνωρίσει καλά, και αν διαβάζω σωστά τα κείμενα του, ο Στέφανος στρατεύτηκε στους κοινωνικούς αγώνες, ακόμη και με το όπλο, μετεξελίσσοντας, ακριβέστερα αναβαθμίζοντας το ρόλο του ως πολίτη. Αυτή την ιδιότητα, του πολίτη, δεν την εγκατέλειψε  ποτέ, όπως προκύπτει από τον ώς τώρα απολογισμό του. Αποτελεί πάντα τα θεμέλια και τους φέροντες,  πάνω στους οποίους στηρίζονται γερά, άρα και κριτικά, οι πολιτικές επιλογές του. Αν ισχύει αυτό, είναι «ένας από τους πολλούς» αγωνιστές της αριστεράς, αλλά είναι ταυτόχρονα κι ένας από τους πολύ περισσότερους καλούς πολίτες στο σύνολο της κοινωνίας μας — που αποτελείται από καλούς, κακούς και άσχημους, ανεξάρτητα από χωροταξικές διακρίσεις. Και αποτελεί ο Στέφανος διακριτή διά γυμνού οφθαλμού περίπτωση καλού. Καλού πολίτη και καλού ανθρώπου, που είναι και αριστερός.

Η αφήγηση του Στέφανου, που βυθίζει ανεπαισθήτως το ανατομικό νυστέρι στο σώμα της πρόσφατης ιστορίας μας, διότι περί αυτού πρόκειται, αναδεικνύει σημαντικά ευρήματα και δίνει πολύ ενδιαφέρουσες απαντήσεις σε καίρια ερωτήματα που απασχολούν, προβληματίζουν ή και βασανίζουν πολλούς από μας ακόμη. Έχει μεγάλη αξία ότι η αλληλουχία των γεγονότων στην ταξινόμηση της ύλης προκαλεί και διευκολύνει τον αναγνώστη να ανατρέξει και στις άλλες πηγές, να διασταυρώσει περιστατικά, να συνθέσει πληροφορίες διάσπαρτες, να μελετήσει τις εξελίξεις με ένα νέο μάτι.  Είναι, νομίζω, το βιβλίο αυτό  και ένας οδηγός μελέτης για μας τους μη ειδικούς, που έχουμε όμως ακόμη το χούι να ψαχνόμαστε και να ψάχνουμε απαντήσεις επέκεινα των  άμεσα προσφερομένων.

Παράδειγμα: Για τη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη, ο Στέφανος δίνει μια υποδειγματική εικόνα της, της δράσης και του ρόλου της στη ζωή του και στη ζωή της Ελλάδας. Αναμενόμενο. Είναι έμπειρος, έχει ευαισθησία για τη νέα γενιά και η ΔΝΛ είναι και παιδί του. Είναι από τους λίγους πατέρες της, από τους λίγους που πήραν τη φλόγα της εξεγερμένης νιότης και τη μεταλαμπάδευσαν και στο πιο απομακρυσμένο χωριό και στην πιο υποβαθμισμένη γειτονιά των μεγάλων αστικών κέντρων. Μας τα γράφει όλα και είναι όλα καλογραμμένα, εννοείται ειλικρινά και τεκμηριωμένα. Ιδιαίτερη αναφορά στα Ιουλιανά, τις θυελλώδεις διαδηλώσεις, οπού πρωτοστατούσαν οι Λαμπράκηδες, στο θάνατο του Σωτήρη Πέτρουλα και στην  ανυποχώρητη αντίσταση του λαού. Που συνέχισε τις πορείες και, όπως γράφει, ήταν «ο παράγοντας που βάρυνε, ήταν οι αποφασισμένες μάζες της νεολαίας, που είχαν αποκτήσει τον ήρωά τους στο πρόσωπο του Σωτήρη Πέτρουλα και ήταν δύσκολο να τις σταματήσει κανείς». Και καταθέτει τη μαρτυρία ότι δεν υπήρξαν «πυροσβέστες», «δηλαδή στελέχη της ΕΔΑ, που  προσπαθούσαν να πείσουν τον κόσμο να μη συμμετέχει, από φόβο για όξυνση της κατάστασης». Η οποία, όμως, ήταν ήδη πολύ οξυμένη.

Έτσι ακριβώς έγιναν τα πράγματα. Όπως τα γράφει ο Στέφανος. Προκαλείται, όμως, ο επαρκής αναγνώστης να διερωτηθεί και να καταφύγει στην έρευνα, για να συνθέσει ενδεχομένως νέα απάντηση στο προκαλούμενο σύνθετο ερώτημα. Η ένταση και η συνέχιση των διαδηλώσεων, στις οποίες πρωτοστατούσε –αλλά δεν συμμετείχε αποκλειστικά– η ΔΝΛ, σε ποιο σχέδιο, τίνος προγραμματιστή, ήταν ενταγμένες.   

 Οι ηττημένοι του εμφυλίου πολέμου  δρούσαν πολιτικά πλέον μόνοι  ή σε μέτωπο που στηριζόταν στο σταθερό αίτημα να εφαρμοστεί το σύνταγμα, που το παραβίαζαν συστηματικά οι μετεμφυλιακές κυβερνήσεις εις βάρος κυρίως της αριστεράς και  των ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Βασικός θεσμός του ισχύοντος συντάγματος, του οποίου απαιτούσαμε την πιστή εφαρμογή ήταν ο βασιλιάς, που δεν αντλούσε τη δύναμη του μόνο από τον καταστατικό χάρτη της χώρας, αλλά και από τον ξένο παράγοντα και τον στρατό.  Και όλα αυτά σε περίοδο οξυμένης κατάστασης ανάμεσα στις δυο μεγάλες δυνάμεις.

Τούτων δοθέντων, πότε, ποιοι εκτίμησαν ότι έχει αλλάξει ο καταραμένος συσχετισμός των δυνάμεων, ώστε εμείς, διασπώντας την αστυνομική ζώνη να φθάνουμε κάθε βράδυ νικητές και τροπαιούχοι απέναντι στη βουλή και να φωνάζουμε «Παρ’ τη μάνα σου και μπρος», «Νόβα πούστη ρίζεσαι», και άλλα ευρηματικά συνθήματα, τα οποία, εξ όσων γνωρίζω — και δεν τα γνωρίζω όλα, φυσικά —  δεν ήταν δικής μας έμπνευσης.  Ενδεχομένως, υπήρχε κάποιο σχέδιο. Ο  λαός και ειδικά η διαδηλώνουσα νεολαία, όμως, δεν το γνώριζε και δεν το γνωρίζoυμε ακόμη. Και θα είχε ενδιαφέρον να το μάθουμε.

Να θυμηθούμε ότι όσο κρατούσε αυτή η επαναστατική κινητικότητα, ειδικά  για τη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη εκκρεμούσε το νομοσχέδιο που είχε καταρτίσει η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου για τη διάλυσή της. Απλώς δεν είχε προφθάσει να το ψηφίσει στη βουλή, γιατί τον πρόλαβε το βασιλικό συνταγματικό πραξικόπημα.

Η αναφορά του Στέφανου, λοιπόν, στα Ιουλιανά, υπενθυμίζει την ανάγκη να «ξαναδιαβάσουμε» πιο προσεκτικά τα γεγονότα των «70 ημερών» του 1965, με την  ψυχραιμία που βλέπουμε πια τα γεγονότα των «33 ημερών» του Δεκέμβρη 1944 και τις ανάλογες περιπτώσεις που η αριστερά είχε αισθανθεί παντοδύναμη. Νομίζω ότι  παραμένει ως ανοιχτό θέμα προς έρευνα, και στο χώρο της νεολαίας ειδικότερα σε σχέση με το 1965–1967. Επανανάγνωση που θα απαιτήσει πολύ χρόνο και ανασκάλεμα στα αρχεία,  από τους νεότερους, καθώς οι παλαιότεροι, όσοι θα μπορούσαν να συμβάλουν έχουν φύγει και όσοι κυκλοφορούμε ακόμη έχει αδυνατίσει η μνήμη μας.

OΑντώνης Καρκαγιάννης θα ήταν διπλά ευτυχής αν ήταν απόψε μαζί μας. Πρώτο γιατί αγαπούσε και εκτιμούσε απεριόριστα τον Στέφανο. Και δεύτερο γιατί θα χαιρόταν το κείμενο που περιλαμβάνεται στο βιβλίο για το «Χάος». Θεωρούσε αυτή την ομάδωση, αυτό το ρεύμα,  αυτό το χάος, πολύ σημαντικό σταθμό στην πορεία της βραδείας αμαξοστοιχίας της κομουνιστικής αριστεράς.  Του είχε μείνει απωθημένο να γράψει μια εργασία γι’ αυτό το θέμα, αλλά,  όπως γίνεται συνήθως, το ανέβαλλε για αργότερα. Ο Αντώνης καταχάρηκε όταν ο Σπύρος Λιναρδάτος στο τελευταίο βιβλίο του, πριν μας εγκαταλείψει, έκανε εκτενή και άκρως διαφωτιστική  παρουσίαση του «Χάους» και  της ζωής στο Παρθένι. 

Τώρα  θα απολάμβανε κι αυτός, όπως απολαμβάνουμε  πολλοί από μας αυτή την πλήρη, μεστή  και πολύ ενημερωτική έκθεση του Στέφανου για τα πεπραγμένα, τις απραξίες, τις βεβαιότητες και τις αμηχανίες των νέων πάσης ηλικίας που βρέθηκαν κοντά ο ένας με τον άλλο σε μια πυρακτωμένη και παθιασμένη ατμόσφαιρα, αλλά οργανωτικά σε  χαλαρή, κυμαινόμενη σχέση, για πράγματα που τους ενδιέφεραν πολύ,  χωρίς να προσδοκούν ατομικό η ομαδικό όφελος.

Νομίζω ότι ο Στέφανος  δίνει  με τρόπο άρτιο και αντικειμενικό ό,τι σχετίζεται με τη ζωή στο στρατόπεδο του Παρθενίου και με το «Χάος» ειδικότερα. Τα προσυπογράφω. 

Σε αυτή τη μάχη  του ανταγωνισμού των δυο ΚΚΕ δεν μπήκαμε. Είχε ωριμάσει η ιδέα ότι δεν μας αφορούν πια το κόμμα και η Μέκκα  του, εξαιτίας ενεργειών και παραλείψεων  τους, που δεν σχετίζονταν πια μόνο με τα μέσα, αλλά έθεταν ευθέως σε αμφισβήτηση και τους σκοπούς. Συνεπώς, δεν μας ενδιέφερε ποιος θα κρατήσει τις σημαίες. Πολύ περισσότερο δεν μας ενδιέφερε ο καβγάς για τους αριθμούς των υπέρ και των κατά στην ψηφοφορία για τη διαγραφή των μισών από τους άλλους  μισούς. Ήταν μια μάχη δωδεκατικών απέναντι σε αντιδωδεκατικούς (όπως λένε σήμερα μνημονιακοί κατά αντιμνημονιακών και τούμπαλιν), η οποία μάχη δεν απαντούσε, κατά την κρίση μας,  στα τεράστια ερωτήματα που έθετε η πραγματικότητα. Αντίθετα, πιστεύαμε ότι τα περιέπλεκε.

Αλλά , αρκετά με την παρελθοντολογία μου, που είναι φυσικό να ενοχλεί. Παραμένει η χαρά μας για την καινούρια μεγάλη προσφορά του Στέφανου. Χάρηκα τη συγκίνηση και τον ενθουσιασμό των φίλων – και όχι μόνο παλαιών συντρόφων – για την έκδοση του βιβλίου. Χαίρομαι γιατί ο Στέφανος έκανε κι αυτό το χρέος του και το έκανε με τρόπο ιδανικό. Χαίρομαι γιατί είναι φανερό ότι το χαίρεται κι αυτός πολύ. Χαίρομαι γιατί θα έχω με το βιβλίο ακόμη μια καταφυγή για διασταυρώσεις, επιβεβαιώσεις, επαληθεύσεις, διαφωνίες. Και για να παίρνω δόσεις λεβεντιάς και ήθους.

Χαίρομαι γιατί έχω το Στέφανο φίλο, όπως και αρκετούς άλλους,  που αγωνίστηκαν και αγωνίζονται, για «το δικαίωμα του πολίτη να επιλέγει ελεύθερα τις ιδέες του», όπως γράφει ο ίδιος.

Να ’σαι καλά Στέφανε.

                                                                                                                                Κώστας Τσουράκης

 

 



[1] Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου Στέφανος Στεφάνου. Ένας από τους πολλούς της ελληνικής αριστεράς, 1941–1971, 7/12/2013.