Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ, ΝΑΙ, ΩΣΑΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΑ ΜΑΖΙ ΜΑΣ

Δεν ήταν άξαφνη αστραψιά. Τούτο συνέβη αργά, σιγά.
Ωραίος δεν ήσουν, τίποτα δεν είχες πάνω σου άξο!
Κοίταγες χάμου τα χαλίκια, ως μίλαγες σιγά κι᾿ αργά.
Την τρίτη ή τέταρτη φοράν άρχισε ο νους μου να ριγά,
κι᾿ ως σήκωσες τα μάτια σου, δε βάσταα να κοιτάξω…

…Πράματα νέα δεν έλεγες κι᾿ ούτε, με λόγια νέα, παλιά.
Από πολλούς κι᾿ από καιρούς όλα ήταν ειπωμένα.
Μα ᾿χες τη δύναμη ν᾿ ακούς των ουρανών τη σιγαλιά
κι᾿ όλα για σένα (κι᾿ άψυχα κι᾿ άνθρωποι) διάφανα γιαλιά
και διάφαν᾿ η καρδιά του Θεού για σένα — και για μένα!

Από τη «Μαγδαληνή» του Βάρναλη.
Αγαπημένο σου.

 

Για τον Στέφανο

Αμήχανα στέκεται το μολύβι πάνω στο χαρτί. Ένα κόκκινο μηχανικό μολύβι, από αυτά που τόσο περιφρονούσε, γιατί δεν είχαν την αίσθηση του μαύρου Faber, τη μυρωδιά του ξύσματος, την αίσθηση του γραφίτη. Τα μαύρα Faber, που έψαχνα στα χαρτοπωλεία του κέντρου να του βρω. Γιατί «έγραφαν ωραία». Γιατί πλέον σπάνιζαν και η υπηρεσία δεν μας τα προμήθευε.

100_9115

Για ποιον Στέφανο λοιπόν να μιλήσω; Για τον κ. Στέφανο; Για τον Στεφανή; Για τον Στεφανάκο; Την τελευταία προσφώνηση την απορρίπτω, διότι έχω την εντύπωση ότι δεν του καλάρεσε. Την πρώτη την είχε απορρίψει αυτός: Ήταν 6–7 μήνες που δουλεύαμε στο ίδιο γραφείο και στωικά υπέμενε την ευγενική μου προσφώνηση, δηλώνοντας επανειλημμένως, αλλά διακριτικά, τη δυσαρέσκειά του. Δεν είχα αντιληφθεί τη βαρύτητα της επιμονής του, ώσπου μια μέρα, αφού εξάντλησα, καθώς φαίνεται, τα περιθώρια της υπομονής του, με αποστόμωσε λέγοντάς μου καθηλωτικά «Εγώ αγωνίστηκα μια ζωή για να καταργήσω τις κυριότητες, δεν θα μου τις επιβάλεις τώρα εσύ!». Η φράση μου είχε μείνει μισή… Προσπαθούσε τόσο καιρό να με πείσει ότι ο ενικός ήταν γι’ αυτόν τιμητικός και εγώ, κολλημένη στα κοντόφθαλμα στερεότυπα του σεβασμού, που δήλωναν όμως την ειλικρινή μου ευγένεια, αδυνατούσα να το αντιληφθώ. Ενικός της οικειότητας λοιπόν με το άγριο. Μια νίκη που αποζητούσε να καταφέρει στις συναναστροφές του, μια προσωπική κατάκτηση που σήμαινε πολλά. Και εγώ η ηττημένη που παραδόθηκε στη γλυκιά επιβολή της ουσιαστικής του φιλίας.

Τον Στεφανή της Θράκης τον γνωρίσαμε μέσα από το βιβλίο του, ήταν το πρόσωπο που θέλησε να μας φανερώσει μέσα από την απροκάλυπτη αφήγησή του. Ήμουν παρούσα όταν απαντούσε σε ορισμένα από τα τηλεφωνικά ερωτήματα της Χριστίνας Αλεξοπούλου. Λόγος χειμαρρώδης, έμπνευση αυτόματη, συναίσθημα διάχυτο, φωνή συχνά τσακισμένη από τις τραγικές μνήμες, ήχος αργός, ποιητικός· αλλά και αυθόρμητη διεκδίκηση του ειρμού του όταν ένα ξαφνικό ερώτημα της καλής του φίλης τολμούσε να τον διακόψει. Θα προτιμήσω όμως να μιλήσω για τον Στέφανό μου, που τον πρωτοσυνάντησα πριν από 10 χρόνια περίπου, όταν ήταν 80 ετών, ως συνάδελφο στο τμήμα των εκδόσεων του Ιστορικού Αρχείου της Εθνικής Τράπεζας, και εφεξής έγινε ο καλός φίλος, ο καλός συνεργάτης και βέβαια ο Δάσκαλος. Ας μου επιτρέψει το κεφαλαίο «Δ», την αλόγιστη χρήση των οποίων τόσο αντιπαθούσε μέσα στα κείμενα. Δασκάλους στην επιμέλεια των εκδόσεων και τη διόρθωση κειμένων είχα αρκετούς και αξιόλογους, ο Στέφανος όμως είχε το διακριτικό γνώρισμα να αποποιείται διαρκώς τον τίτλο του «καλού δασκάλου», μολονότι από τα χέρια του είχαν περάσει πολλοί από το σινάφι μας και όχι μόνο. Με συγκλόνιζε η ταπεινότητα του καλού ανθρώπου, η ανησυχία της μεταδοτικότητας του ευσυνείδητου δασκάλου. Ήσουν πολύ καλός δάσκαλος, Στέφανε. Για ευεπίδεκτους μαθητές. Μου ταίριαζε πολύ η μέθοδος, η αντίληψη, ο τρόπος σκέψης σου και η διατύπωσή της. Ίσως επειδή «μοιάζαμε», όπως είχες πει ο ίδιος. Ίσως επειδή θα ήθελα να σου μοιάσω. Μέσα σε αυτά και όλη η θεωρία πίσω από τον κομουνισμό με ένα «μ», η παυλίτσα στα κτητικά στη γραμματική του Ελισσαίου Γιαννίδη, οι γλωσσικές μεταρρυθμίσεις του Παπανούτσου, το νομοσχέδιο του Βερυβάκη, που περιλάμβανε και τις εξαιρέσεις των μονοσύλλαβων λέξεων που θα τονίζονται, οι ποικίλες μορφές καθαρεύουσας –του Κοραή, του Μιστριώτη, του Παπαδιαμάντη–, ο πολυκομματισμός που είναι καλός για τη Βουλή, αλλά όχι για τα κείμενα, το «πλάχθη» του Ομήρου που θα έπρεπε να είναι «επλάχθη», το ποιώ που δίνει μόνο ένα ουσιαστικό — την ποίηση, το «Επέστρεφε» του Καβάφη, που αντίκειται στον κανόνα περί μη αύξησης στην προστακτική, ο λόγος της αμόρφωτης γιαγιάς του, τον οποίο πολύ συχνά επικαλούνταν ως παράδειγμα ορθού γλωσσικού ενστίκτου, η αγάπη προς την ανεπιτήδευτη έκφραση.

Μα ο φίλος Στέφανος μού αποκαλύφθηκε μέσα από τις προσωπικές συζητήσεις, τις αναδρομές του στο παρελθόν, τις μικρές αναφορές, τις ζωηρές εικόνες των περιγραφών του, τους ανθρώπους του, μέσα από τα νησιά της εξορίας, τις συγκινήσεις και τις εκρήξεις του, τις απογοητεύσεις, τους προβληματισμούς, μέσα από τα υπονοούμενα και τα στιγμιαία βλέμματα, από τα κατάμεστα ερμηνειών χαμόγελα, τις σιωπές του. Ανάμεσα σε αυτά: οι πρωινοί εκνευρισμοί του για τα εκφραστικά λάθη που είχε ακούσει στην τηλεόραση, για τα άτσαλα ψιμύθια του δημοσιογραφικού λόγου, οι προσωπικές αφηγήσεις για τις καντάδες που έκανε μικρός, για τα βιβλία του ιερωμένου παππού του και τις σημειώσεις του στο περιθώριο των σελίδων, για τις ωραίες εκθέσεις που έγραφε στην καθαρεύουσα ως μαθητής, τους πρωτοπόρους καθηγητές που είχε την περίοδο της κατοχής στη Θράκη, για τα χρώματα, τις ποικιλίες των υφασμάτων και τους ήχους της βιοτεχνίας μετάξης στο Σουφλί, για το παράνομο ράδιο κάτω από τα περιττώματα της κατσίκας, την ποίηση που συζητούσε με τη νεολαία του χωριού του, τον χαφιέ που τον ακολουθούσε, γιατί «αυτή ήταν η δουλειά του», το γάμο στον Άγιο Βασίλειο κοντά στην Πατησίων, τη στολισμένη αυλή του σπιτιού τους στα Εξάρχεια όπου έγινε το λιτό γαμήλιο δείπνο, τη μικρή Κατερίνα που χαιρόταν με τους «πολλούς φίλους» της οικογένειας, την καθημερινή αγωνία της εξορίας, την αμηχανία των επισκεπτηρίων, τα θλιμμένα διαλείμματα στο σπίτι, για την Αγία Κιουρά των εξορίστων στη Λέρο, για τα πλοία που είχε βαρεθεί, για τους φίλους της Θεσσαλονίκης, για τους φίλους που έμειναν και για εκείνους που χάθηκαν, για τα πρώτα βήματα στη διόρθωση, για τα «ανίψια» με τα οποία στόλισε αργότερα τη ζωή του, για τη «Μαγδαληνή» του Βάρναλη. Μα κυρίως η νεανική του αντίληψη, η συγκατάβαση με την οποία αντιμετώπιζε τις μηδενιστικές τάσεις της σύγχρονης γενιάς, τους προβληματισμούς της, η αγωνία που αισθανόταν για τους νέους ανθρώπους, που έχουν να αντιπαλέψουν, καθώς έλεγε, «έναν δύσκολο, καθότι απρόσωπο, εχθρό».

Αυτά είναι τα γνωρίσματα που σεβάστηκα, εκτίμησα και αγάπησα σε σένα, Στέφανε. Όχι του πολιτικού προσώπου, αλλά του συνεπούς ανθρώπου, του οποίου η στάση, η σκέψη και η συμπεριφορά θα συνιστά για πάντα πράξη πολιτική.

Φωτεινή Κορδού

P1060823

Από τη μικρή γιορτή στο ΙΑ/ΕΤΕ, στα γενέθλια του Στέφανου, στις 13.9.2013.